Φοροδοξίες

Φοροδοξίες, 17.04.16

Γνωρίζετε ότι...

 

  • Η αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας μπορεί να φορολογηθεί, ακόμη και εάν προκύπτει πριν από την 30.9.2010, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο ν. 3888/2010. Το ζήτημα της αναδρομικής ή μη ισχύος της συγκεκριμένης φορολογικής διάταξης επέλυσε, δίνοντας την προαναφερθείσα λύση, η ιδιαίτερα σημαντική προδικαστική απόφαση 884/2016 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο κατέγραψε και άλλες σκέψεις, σίγουρα ενδιαφέρουσες, αν και όχι χωρίς σοβαρό αντίλογο.
  • Τα ποσά που βρίσκονται σε τραπεζικό λογαριασμό (ή τροφοδότησαν εμβάσματα στο εξωτερικό) θα πρέπει να καλύπτονται από δηλωθέντα εισοδήματα του φορολογούμενου και να προκύπτουν από συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες πηγές ή αιτίες. Εάν τα παραπάνω δεν συμβαίνουν και τα ποσά των τραπεζικών λογαριασμών δεν δικαιολογούνται, το υπερβάλλον μπορεί να φορολογηθεί ως εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα του δικαιούχου του λογαριασμού, ακόμη και εάν η προσαύξηση προέκυψε προ της 30.9.2010.
  • Η διάταξη περί φορολόγησης της αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας (ν. 3888/2010) εφαρμόζεται και σε καταθέσεις προϋφιστάμενες της 30.9.2010, εφόσον το δικαίωμα του δημοσίου να επιβάλει φόρο δεν έχει παραγραφεί. Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η διάταξη δεν επιβάλλει νέο φόρο ή τεκμήριο. Κρίνει, αντιθέτως, ότι η φορολόγηση της αδικαιολόγητης προσαύξησης μπορούσε να συναχθεί, κατά τρόπο σαφή και προβλέψιμο, και από το προηγούμενο νομικό πλαίσιο. Δεν προκύπτει δηλαδή, κατά το Δικαστήριο, αναδρομική φορολόγηση εισοδημάτων κατά παράβαση του Συντάγματος.
  • Αυτού του είδους η αδικαιολόγητη προσαύξηση της περιουσίας του φορολογούμενου φορολογείται ως εισόδημα στην περίοδο κατά την οποία προκύπτει ότι εισήχθη στην περιουσία του δικαιούχου του λογαριασμού. Συνεπώς, κρίσιμος είναι, κατ’ αρχήν, ο χρόνος κατάθεσης του ποσού στον λογαριασμό, από τον οποίο έγινε το έμβασμα και όχι αυτός καθαυτός ο χρόνος της διενέργειας του εμβάσματος (μετέπειτα). Με την ίδια λογική, κρίσιμος μπορεί να θεωρηθεί ο (προηγούμενος) χρόνος κατάθεσης του ποσού σε άλλο λογαριασμό του ιδίου προσώπου, από τον οποίο έγινε στη συνέχεια μεταφορά των χρημάτων στον επίμαχο λογαριασμό.
  • Η αιτία προσαύξησης δεν είναι ευαίσθητο και χρήζον αυξημένης προστασίας προσωπικό δεδομένο. Για την πρόσβαση σε αυτό το δεδομένο το κράτος διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης.
  • Επιπλέον, αναφέρεται ότι τα ποσά των τεκμηρίων αφαιρούνται από το εισόδημα για τον προσδιορισμό του πραγματικού φορολογητέου εισοδήματος. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι «το αθροιστικό ποσό των τεκμαρτών δαπανών συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό του ύψους της φορολογητέας περιουσιακής προσαύξησης, δηλαδή αφαιρείται, κατ’ αρχήν από το δηλωθέν εισόδημα του αντίστοιχου οικονομικού έτους και επιπλέον, στο μέτρο που το υπερβαίνουν, από το κεφάλαιο που προέρχεται από οποιαδήποτε άλλη νόμιμη πηγή ή αιτία». Εάν αντιλαμβανόμαστε ορθά το σημείο αυτό, θεωρούμε ότι η άκριτη εφαρμογή του συμπεράσματος αυτού μπορεί να οδηγήσει σε προφανές οικονομικό άτοπο, δεδομένου ότι συσχετίζονται μεταξύ τους εντελώς ανόμοια και μη συγκρίσιμα μεγέθη. Αφαιρούνται τεκμήρια, δηλαδή θεωρητικώς καθορισμένα νούμερα που δεν αποτελούν πραγματικές δαπάνες, από πραγματικά εισπραχθέντα εισοδήματα που υπάρχουν σε τραπεζικούς λογαριασμούς.
  • Εάν δηλαδή φορολογούμενος είχε σε μια συγκεκριμένη χρονιά τεκμαρτές δαπάνες διαβίωσης 50.000 Ευρώ (σπίτι, αυτοκίνητο, εξοχικό) και τα δηλωθέντα εισοδήματά του ήταν ισόποσα, οποιαδήποτε αποταμίευσή του θα μπορούσε να θεωρηθεί αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας και να φορολογηθεί;
  • Μετριάζοντας την απολυτότητα του παραπάνω συλλογισμού, το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτό ισχύει στο μέτρο που «οι σχετικές δαπάνες δεν αμφισβητηθούν επιτυχώς από τον φορολογούμενο», επισφραγίζοντας το μαχητό των τεκμηρίων.
  • Η μέθοδος των τεκμηρίων διαβίωσης επιλέχθηκε για να προσδιοριστεί η φοροδοτική ικανότητα του κάθε φορολογούμενου, σε εποχές που δεν υπήρχε η δυνατότητα της Διοίκησης να έχει αναλυτική πληροφόρηση για τα πραγματικά χρηματικά διαθέσιμα των φορολογούμενων πολιτών. Ο αυθαίρετος καθορισμός τους καταδεικνύεται εύκολα, εάν απομονώσουμε π.χ. ένα καινούριο αυτοκίνητο 3.500 κυβικών εκατοστών: το 2009 είχε τεκμήριο 95.900 Ευρώ, το 2010 είχε τεκμήριο 13.900 Ευρώ και 23.800 Ευρώ το 2011. Οι αριθμοί αυτοί είναι προφανώς θεωρητικοί και δεν έχουν καμία σχέση με τις πραγματικές δαπάνες της ετήσιας συντήρησης ενός τέτοιου αυτοκινήτου.
  • Τα τεκμήρια διαβίωσης χαρακτηρίστηκαν πρόσφατα ως μηχανισμός για την επαλήθευση δυσαπόδεικτων πραγματικών περιστατικών και η εφαρμογή τους δικαιολογείται ίσως κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, όταν η διοίκηση δεν δύναται να γνωρίζει σε βάθος τα πραγματικά εισοδήματα του φορολογούμενου. Τα τεκμήρια, όμως, δεν έχουν τίποτε να προσφέρουν κατά τη διαδικασία του φορολογικού ελέγχου, όταν ο έλεγχος αυτός γίνεται επί τη βάση πραγματικών εισοδημάτων και δαπανών, έχοντας πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς και κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο του φορολογούμενου. Στο στάδιο αυτό, η έννοια των τεκμηρίων είναι άνευ αξίας, αφού δεν μας δίνουν καμία επιπλέον πληροφορία για την πραγματικότητα των συναλλαγών.

 

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με φορολογικά θέματα, μπορείτε να επικοινωνήσετε με το τμήμα Tax & Outsourcing της Grant Thornton στο email: tax@gr.gt.com