
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Μετά τη δύσκολη περίοδο των μνημονίων, η χώρα έχει εισέλθει σε σταθερή αναπτυξιακή τροχιά, έχοντας αποκαταστήσει τη δημοσιονομική σταθερότητα, την αναπτυξιακή προοπτική και τη διεθνή της αξιοπιστία.
Ωστόσο, οι θετικές εξελίξεις στο μακροοικονομικό πεδίο, σε συνδυασμό με τη σημαντική αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων (τα κέρδη των εισηγμένων εταιριών τριπλασιάστηκαν τα τελευταία χρόνια), τη μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων εισοδήματος και των ασφαλιστικών εισφορών επιχειρήσεων, καθώς την εντυπωσιακή ρευστότητα επιχειρήσεων (+€ 55 δισεκ.) και τραπεζών (+€ 100 δισεκ.), δεν κατόρθωσαν να τροφοδοτήσουν ένα διαρκές επενδυτικό άλμα που τόσο έχει ανάγκη η χώρα. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι γιατί οι ως άνω ευνοϊκές συνθήκες δεν έχουν οδηγήσει σε επιτάχυνση των επενδύσεων;
Στη σημερινή προσπάθεια της χώρας για αναπτυξιακή ανάταξη και εκσυγχρονισμό του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, τα εγχώρια επενδυτικά ταμεία διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο ως αναπτυξιακοί επιταχυντές που ξεκλειδώνουν την επενδυτική δυναμική των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Ο ρόλος των επενδυτικών ταμείων στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων
Σήμερα στην Ελλάδα λειτουργούν περίπου 35 εγχώρια επενδυτικά ταμεία, τα οποία διαχειρίζονται συνολικά πόρους κοντά στα € 3 δισ., που μαζί με δανειακή μόχλευση τα διαθέσιμα κεφάλαια προς επένδυση σχεδόν διπλασιάζονται.
Κύριους επενδυτές αποτελούν η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Επενδύσεων, η EBRD, το EIF, οι ελληνικές τράπεζες, τα εγχώρια ασφαλιστικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρίες και 25-30 ελληνικά family offices – Ελλήνων επενδυτών και επιχειρηματιών. Οι επενδυτικές στρατηγικές των τοπικών επενδυτικών ταμείων διαφέρουν ως προς το σκοπό και την επενδυτική τους προσέγγιση σε αρκετές περιπτώσεις.
Παραδείγματος χάριν, ορισμένα επενδυτικά ταμεία επικεντρώνονται στην απόκτηση μειοψηφικής συμμετοχής και συνεργάζονται στενά με τους υφιστάμενους μετόχους για την ανάπτυξη της εταιρίας.
Άλλα ταμεία επιδιώκουν την απόκτηση πλειοψηφικού πακέτου ή/και τον πλήρη μετοχικό έλεγχο της εταιρίας, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις διορίζουν νέα επαγγελματική διοίκηση.
Ορισμένα επικεντρώνουν τις επενδύσεις τους σε συγκεκριμένους κλάδους, ή τεχνολογικές εταιρίες και startups, αλλά σε επιχειρήσεις με εξαγωγική δυναμική, ενώ δεν λείπουν και εκείνα τα ταμεία που στοχεύουν στη δημιουργία ισχυρότερων εταιρικών σχημάτων μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών ή την εξυγίανση προβληματικών αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων.
Τα επενδυτικά ταμεία προσφέρουν σήμερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων:
- Την αναγκαία ενίσχυση των μετοχικών κεφαλαίων της εταιρίας, τη ρευστότητα, την πρόσβαση στις αγορές και τον τραπεζικό δανεισμό και επιτάχυναν τις επενδύσεις,
- Τεχνογνωσία για τη διαμόρφωση βιώσιμων μεσοπρόθεσμων επενδυτικών και αναπτυξιακών σχεδίων, την εξωστρεφή ανάπτυξη της εταιρίας και την υιοθέτηση πρακτικών σύγχρονου στρατηγικού αναπτυξιακού σχεδιασμού,
- Βελτίωση της Εταιρικής Διακυβέρνησης, της οργανωτικής δομής και των διοικητικών πρακτικών
- Θεσμική λύση διαδοχής και μετοχικής συνέχειας σε οικογενειακές επιχειρήσεις που λιμνάζουν λόγω ενδοοικογενειακών διαφορών, μετασχηματίζοντας την επιχείρηση από οικογενειακή σε επαγγελματική διοίκηση, διαμορφώνοντας δε παράλληλα πρότυπα συναινετικής συνιδιοκτησίας και επιχειρηματικής στρατηγικής μεταξύ της οικογένειας και τους στρατηγικού επενδυτή.
- Λειτουργούν καταλυτικά στην επιτάχυνση των αναγκαίων συγχωνεύσεων και εξαγορών, με στόχο τη δημιουργία ισχυρότερων επιχειρηματικών σχημάτων με ανταγωνιστική δυναμική και εξωστρέφεια. Τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά σχήματα, ceteris paribus, βελτιώνουν τη θωράκιση και ανθεκτικότητα, βελτιώνουν την προοπτική εξωστρεφούς ανάπτυξης, προσφέρουν καλύτερες δυνατότητες για προσέλκυση στελεχών και αποτελεσματικότερη πρόσβαση σε πολλαπλές πηγές χρηματοδότησης και επιταχύνουν τις επενδύσεις και την ανάπτυξη καινοτομιών.
- Συμβάλλουν με σημαντική τεχνογνωσία, αποτελεσματικότητα και κεφάλαια στην εξυγίανση και ανασυγκρότηση βιώσιμων αλλά υπέρ-δανεισμένων επιχειρήσεων. Συμμετέχουν δηλαδή με ίδια μετοχικά κεφάλαια στην εξυγίανση μικρομεσαίων επιχειρήσεων που, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, εμφανίζουν ουσιαστικές προοπτικές βιωσιμότητας, ανάκαμψης και ανάπτυξης.
Κοινό χαρακτηριστικό είναι ότι η επενδυτική δραστηριότητα των ελληνικών επενδυτικών ταμείων επικεντρώνεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και το ύψος των επενδύσεων ανά εταιρία κυμαίνεται συνήθως μεταξύ € 5-20 εκατ. ανά επένδυση, ενώ για μεγαλύτερα ποσά, είτε ενεργοποιούνται μεγάλα ξένα επενδυτικά ταμεία, είτε τα εγχώρια επενδυτικά ταμεία συμπράττουν από κοινού σε στοχευμένες επενδύσεις.
Με βάση δε το καταστατικό λειτουργίας τους, οι επενδυτές στα επενδυτικά ταμεία (περιορισμένοι εταίροι, LPs) αναθέτουν τη διοίκηση σε επενδυτικό σχήμα διαχείρισης, γνωστούς ως GPs ή γενικούς εταίρους. Η διαχειρίστρια εταιρία συμφωνεί με τους επενδυτές ότι οι τελευταίοι:
- Θα τους αποζημιώσουν ετησίως με ένα ποσοστό 2% επί των δεσμευμένων προς επένδυση κεφαλαίων για την κάλυψη των εξόδων λειτουργίας της διαχειρίστριας εταιρίας,
- Οι εκτιμώμενες αποδόσεις στην έξοδο από τις επενδύσεις συνολικά συνήθως προσδιορίζονται κοντά στο 20% ετησίως, και
- Οι διαχειριστές αν κατορθώσουν να πετύχουν κατά την οριστική έξοδο από τις επενδύσεις IRR (εσωτερική απόδοση) μεγαλύτερη συνήθως του 8% ετησίως, θα λαμβάνουν το 20% της κάθε ποσοστιαίας απόδοσης πάνω από το 8%, αφού οι επενδυτές έχουν λάβει πίσω όλα τα κεφάλαιά τους και 8% ετήσια απόδοση επί του κεφαλαίου.
Τα επενδυτικά ταμεία έχουν συνήθως μια πενταετή περίοδο ολοκλήρωσης των επενδύσεων και άλλα πέντε χρόνια συν ένα για την έξοδο από τις επενδύσεις με πώληση των επενδεδυμένων εταιριών, δηλαδή το ταμείο έχει συνολικά 10 χρόνια ζωής, με δυνατότητα επέκτασης για έναν ακόμα χρόνο.
Συνεπώς, ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό των επενδυτικών ταμείων είναι, ότι δεν είναι μόνιμοι επενδυτές στις εταιρίες στόχους, αλλά οφείλουν να αποεπενδύσουν το αργότερο εντός δεκαετίας, έχοντας από την αρχική συμφωνία το δικαίωμα να υποχρεώσουν και τους παλαιούς μετόχους των εταιριών που το επενδυτικό ταμείο επένδυσε, να πουλήσουν μαζί τους με τους ίδιους όρους (drag along).
Ωστόσο, μέρος της επενδυτικής κοινότητας αναρωτιέται αν έχουν συγκεντρωθεί υπερβολικού ύψους επενδυτικά κεφάλαια στα χέρια των εγχώριων επενδυτικών ταμείων, με αποτέλεσμα τον έντονο ανταγωνισμό ανάμεσά τους με πιθανή συνέπεια τις υψηλές αποτιμήσεις και τη δυσχέρεια αξιοποίησης των κεφαλαίων. Αυτός ο προβληματισμός δεν έχει ουσιαστικό περιεχόμενο στην ελληνική πραγματικότητα, διότι τα απαιτούμενα μετοχικά κεφάλαια σήμερα, με βάση τη συσσωρευμένη επενδυτική υστέρηση των τελευταίων 15 ετών από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εκτιμάται κατά τη γνώμη μου ότι ξεπερνούν τα € 15 δισεκ.
Οι προκλήσεις
Ωστόσο, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα επενδυτικά ταμεία δεν είναι αμελητέες. Αποκλίσεις στην αποτίμηση της εταιρίας μεταξύ επενδυτών και παλαιών μετόχων πωλητών συχνά εμποδίζουν την ολοκλήρωση των επενδυτικών συναλλαγών, ενώ η σύγκρουση συναισθήματος με αξιοκρατία, οι ενδοοικογενειακές διαφορές διαδοχής συχνά χαρακτηρίζουν σημαντικό αριθμό οικογενειακών επιχειρήσεων.
Υπάρχουν επίσης σοβαρές εσωτερικές αντιστάσεις στην αποδοχή του καινούργιου και καινοτόμου, η δύναμη της συνήθειας, στη διοίκηση, τον σχεδιασμό επιχειρηματικών σχεδίων και την ανάπτυξη της εταιρίας, διότι δημιουργούνται αβεβαιότητες και ανησυχίες και διαταράσσονται οικογενειακές ισορροπίες το status quo.
Να τονίσω ότι οι επενδύσεις σε επενδυτικά ταμεία έχουν μακροχρόνιο ορίζοντα, δεν είναι για μικροεπενδυτές και χαρακτηρίζονται από:
Επενδυτικοί Περιορισμοί
Χαμηλή ρευστότητα: Περιορισμένη δυνατότητα πρόωρης εξόδου των επενδυτών πριν τη λήξη της δεκαετούς διάρκειας του ταμείου.
Υψηλό σχετικά επενδυτικό κίνδυνο: Επηρεάζεται από τις τελικές επιδόσεις των εταιριών στο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο κατά το χρόνο εξόδου από την επένδυση, τις μακροοικονομικές και διεθνείς συνθήκες και το πολιτικό περιβάλλον.
Η φύση αυτών των επενδύσεων καθιστά τις τοποθετήσεις σε επενδυτικά ταμεία κατάλληλες κυρίως για έμπειρους επενδυτές με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, θεσμικούς επενδυτές (ασφαλιστικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρίες, ιδρύματα, κληροδοτήματα) και πελάτες private banking / family offices που κατανέμουν μέρος του χαρτοφυλακίου τους σε αυτήν την κατηγορία. Γι’ αυτό το λόγο, η ελάχιστη επενδυτική συμμετοχή είναι συνήθως €1 εκατ., γεγονός που αποκλείει τη συμμετοχή μικρών και άπειρων επενδυτών.
Η επιτυχία ενός επενδυτικού ταμείου εξαρτάται από έναν συνδυασμό παραγόντων:
- Ποιότητα και συνοχή ομάδας διαχείρισης
- Σαφή και συνεπή επενδυτική στρατηγική
- Επιλογή και δέσμευση με μακροχρόνια κίνητρα ικανής διοίκησης στις εταιρίες-στόχους
- Σωστή τιμή εισόδου στην επένδυση
- Ισχυρό επενδυτικό αφήγημα και ρεαλιστικό πενταετές επιχειρηματικό πλάνο για κάθε εταιρία στόχο.
- Διεξοδικοί έλεγχοι (due diligence)
Τα επόμενα χρόνια, τα εγχώρια επενδυτικά ταμεία θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό από την τεχνολογική αναβάθμιση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επενδυτική και αναπτυξιακή επιτάχυνση της χώρας. Αξίζει την προσπάθεια τα ελληνικά family offices να δείξουν εμπιστοσύνη και να στηρίζουν αυτή τη σημαντική αναπτυξιακή προσπάθεια ικανών στελεχών. Υπάρχει ένας προβληματισμός, μια διστακτικότητα, γιατί αφενός είναι μακροχρόνιες επενδύσεις υψηλότερου κινδύνου και αφετέρου δεν υπάρχει και διαχειριστικό track record λόγω της πρόσφατης ανάπτυξής τους. Αλλά, όταν εμπιστεύεσαι επενδύσεις σε επενδυτικά ταμεία εξωτερικού που δεν ξέρεις καν τους διαχειριστές, αλλά τους συμβούλους που στα συνιστούν, εκτιμώ ότι στην περίπτωση των τοπικών επενδυτικών ταμείων, γνωρίζεις την ομάδα, κατανοείς τη στρατηγική που επικεντρώνεται στην εγχώρια αγορά, στοιχεία που, ceteris paribus, συνθέτουν ένα πλεονέκτημα ουσίας.
Εγγραφείτε στις ενημερώσεις μας