ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ

Οικονομία, πολιτική και επιχειρήσεις: Διαχειρίσιμες οι προκλήσεις;

Δρ. Νικόλαος Καραμούζης Δρ. Νικόλαος Καραμούζης

Ο κόσμος αντιμετωπίζει μία πρωτοφανή υγειονομική κρίση που μετεξελίσσεται σε μία άνευ προηγουμένου κοινωνική και οικονομική διαταραχή, ένα σοκ μεγάλης εμβέλειας, αβεβαιότητας και διαρκείας, με σημαντικό αρνητικό οικονομικό αποτύπωμα και επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και τη χώρα μας, (εκτιμώμενη μείωση του παγκόσμιου ΑΕΠ -8% και το ίδιο για την Ελλάδα το 2020). Η πανδημία του Κορονοϊού, ένα εξαιρετικά επικίνδυνο φαινόμενο, λόγω μεγάλης και γρήγορης μεταδοτικότητας του ιού, έχει απρόβλεπτες επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, και επηρεάζει αδιακρίτως ηλικίας, φύλου, εθνικότητας, βιοτικού επιπέδου, όλες τις χώρες του κόσμου. Με βάση τα σημερινά δεδομένα απέχουμε τουλάχιστον μήνες από την ανακάλυψη και μαζική χρήση αξιόπιστων εμβολίων και αποτελεσματικών φαρμάκων.

Οι κυβερνήσεις παγκοσμίως, όπως και οι κεντρικές τράπεζες αντέδρασαν ταχύτατα στις αρνητικές εξελίξεις. Οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις ήταν πρωτοφανείς και κυμάνθηκαν ανά χώρα μεταξύ 6%- 15% του ΑΕΠ, με αρνητική επίπτωση στην πορεία του δημόσιου χρέους, ιεραρχώντας ως σημαντικότερο τον στόχο στήριξης των εισοδημάτων των νοικοκυριών, της ρευστότητας και της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων, των θέσεων εργασίας και του δημόσιου τομέα υγείας. Επιπλέον, οι κεντρικές τράπεζες και οι εποπτικές αρχές, προχώρησαν σε σημαντική ελαστικοποίηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων των τραπεζών και σε πρωτοφανή μέτρα στήριξης της ρευστότητας του Δημοσίου, των τραπεζών και των επιχειρήσεων, με παρεμβάσεις ρευστότητας που ξεπερνούν σήμερα τα € 12 τρισεκ. παγκοσμίως. Τα επιτόκια διαμορφώθηκαν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα και κινητές αξίες τρισεκατομμυρίων στις διεθνείς αγορές, διαπραγματεύονται με αρνητικά επιτόκια, ενώ παράλληλα η διαθέσιμη παγκόσμια ρευστότητα έχει φθάσει σε πρωτοφανές ύψος. Στόχος των μέτρων να ενθαρρύνουν τη χρηματοδότηση και τη στήριξη της παγκόσμιας οικονομίας, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, ώστε να μετριάσουν το πρόβλημα, αποτρέποντας τα χειρότερα.

Ικανοποιητική κρίνεται και η αντίδραση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την έγκριση, τον Απρίλιο του 2020,πακέτου ύψους € 540 δισεκατ., για τη στήριξη των οικονομιών, των εργαζομένων και του τομέα υγείας, ενώ πρόσφατα εγκρίθηκε η δημιουργία του ταμείου ανάκαμψης (Next Generation EU) ύψους € 390 δισεκατ. σε μεταβιβάσεις και € 360 δισεκατ. σε δάνεια. Προτεραιότητα να κατανεμηθούν τα εν λόγω ποσά σε χώρες, περιοχές και κλάδους που έχουν υποστεί τις πιο βαριές συνέπειες της κρίσης, αλλά και για να αξιοποιηθούν για τον παραγωγικό και ανταγωνιστικό μετασχηματισμό των ευρωπαϊκών οικονομιών, τη στήριξη της πράσινης και κυκλικής οικονομίας, την ψηφιοποίηση και τη μετεκπαίδευση του εργατικού δυναμικού. Παράλληλα, εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ο κοινωνικός προϋπολογισμός της επόμενης επταετίας (Multiannual Financial Framework), ύψος € 1.074,3 δισεκατ. με στόχο την επιτυχή αντιμετώπιση των μελλοντικών προκλήσεων και την υλοποίηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της Ευρώπης.

Η Ελλάδα αντέδρασε έγκαιρα με το ξέσπασμα της πανδημίας, πέτυχε άρση των δημοσιονομικών δεσμεύσεων για το 2020 και 2021 (όσον αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα) και υλοποίησε προγράμματα στήριξης των εισοδημάτων των νοικοκυριών, του τομέα υγείας και της ρευστότητας και βιωσιμότητας των επιχειρήσεων. Παρεμβάσεις που αντιστοιχούν στο 6,3% του Α.Ε.Π. για το 2020. Αποτέλεσμα, το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα του 2019 (3,5% του ΑΕΠ) να μετατρέπεται σε σημαντικό έλλειμμα που θα προσεγγίσει το 7% του ΑΕΠ, που οδηγεί το δημόσιο χρέος κοντά στο 200% του ΑΕΠ στο τέλος του χρόνου, μια ανησυχητική εξέλιξη.

Η ρευστότητα αυξήθηκε σημαντικά, ανοδική πορεία σημειώνουν οι καταθέσεις καθώς και οι τραπεζικές χρηματοδοτήσεις, κυρίως μεγαλύτερων επιχειρήσεων, (όχι όμως και των νοικοκυριών, των μικρών επιχειρήσεων και των επαγγελματιών, η χρηματοδότηση των οποίων παραμένει αρνητική). Επιπροσθέτως, η ΕΚΤ έχει χορηγήσει στις ελληνικές τράπεζες € 30 δισεκατ., ρευστότητα ενώ με παρεμβάσεις αγοράς ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, διατηρεί τα επιτόκια δανεισμού του Δημοσίου ιστορικά χαμηλά. Η Ελλάδα πέτυχε να εξασφαλίσει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σημαντικό πακέτο βοήθειας ύψους περίπου € 70 δισεκατ., € 32 δισεκατ. από το NGEU και € 38 δισεκατ. από το MFF. Ωστόσο, δεν υπάρχουν αυτοματισμοί στην εκταμίευση αυτών των κονδυλίων. Θα πρέπει να τα διεκδικήσουμε με την υποβολή ολοκληρωμένων προτάσεων και επενδυτικών σχεδίων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προς έγκριση από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς έως το τέλος του 2020.

Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση και ευκαιρία μπροστά μας. Να αξιοποιήσουμε αυτό τον πακτωλό χρημάτων και να μετασχηματίσουμε παραγωγικά τη χώρα, με προτεραιότητες την εντονότερη εξωστρεφή ανάπτυξη, τις σημαντικές δημόσιες, ιδιωτικές και ξένες επενδύσεις, τον ψηφιακό και ενεργειακό μετασχηματισμό και την κυκλική οικονομία, την αναβάθμιση των οικονομικών και κοινωνικών υποδομών, τη στήριξη της εργασίας και τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Σ’ αυτό το δύσκολο και αβέβαιο περιβάλλον, οι ελληνικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν προκλήσεις και κινδύνους αλλά και τη μοναδική ιστορική ευκαιρία να αλλάξουν στρατηγική, μετατρέποντας την κρίση σε ευκαιρία, το πρόβλημα σε προοπτική, ώστε να προσαρμοσθούν στο νέο ταχέως μεταβαλλόμενο εγχώριο και διεθνές περιβάλλον.

Η κρίση του Covid-19 δεν έχει επηρεάσει στον ίδιο βαθμό και στην ίδια κατεύθυνση όλους τους κλάδους και τις επιχειρήσεις είτε στην Ελλάδα, είτε στο εξωτερικό. Υπάρχουν οι μεγάλοι χαμένοι της περιόδου, όπου η κρίση μπορεί να έχει μονιμότερες αρνητικές συνέπειες, όπως, η εστίαση, οι αερομεταφορές, οι τράπεζες, ο τουρισμός, τα επαγγελματικά ταξίδια, η εφοδιαστική αλυσίδα και τα συνδεόμενα επαγγέλματα με τον τουρισμό και την εστίαση, οι δραστηριότητες αναψυχής, τα πολυτελή αγαθά και τα πολυκαταστήματα με μεγάλα και ακριβά δίκτυα, τα ακίνητα και η ένδυση - υπόδηση. Υπάρχουν όμως και κλάδοι που αναπτύσσονται στη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης, όπως είναι, τεχνολογικές εταιρείες, αλυσίδες τροφίμων, εταιρείες παροχής εξ’αποστάσεως ψηφιακών υπηρεσιών, ταχυμεταφορές και logistics, δραστηριότητες ηλεκτρονικού εμπορίου και συναλλαγών, ο κλάδος των φαρμάκων και τα αγροτικά προϊόντα, για να αναφερθώ στα κυριότερα.

Όμως, στο τέλος της ημέρας, η μείωση των εισοδημάτων, η πτώση του τζίρου, η αύξηση της ανεργίας και η μείωση των εξαγωγών, αν συνεχιστούν επί μακρόν δεν θα αφήσουν αλώβητο κανένα κλάδο ή επιχείρηση στην Ελλάδα. Να σημειωθεί ότι, παρότι ο δανεισμός των επιχειρήσεων αυξήθηκε πρόσφατα λόγω της κρίσης, ο ελληνικός επιχειρηματικός τομέας δεν είναι στο σύνολο του υπερδανεισμένος (σχέση υπολοίπου επιχειρηματικών δανείων/ΑΕΠ <45% και 39% του συνόλου των επιχειρήσεων έχει μηδενικό δανεισμό). Υπάρχει όμως, 35% του συνόλου των επιχειρήσεων (με τζίρο >€1εκατ.) που λόγω κυρίως της προηγούμενης οικονομικής κρίσης, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και υπερχρέωσης που τώρα επιτείνονται σοβαρά. Συνυπάρχουν δηλαδή στην οικονομία επιχειρήσεις δύο ταχυτήτων και προοπτικών.

Γενικότερα, οι ελληνικές επιχειρήσεις βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωπες με σχετικά πολύ υψηλό κόστος τραπεζικού δανεισμού, φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων και κόστους ενέργειας σε σύγκριση με την Ευρωζώνη, παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις, σημαντική γραφειοκρατία και εμπόδια στην επιχειρηματικότητα και χαμηλή σταθερότητα κανόνων και θεσμών. Επιπροσθέτως, το μέσο μέγεθος της ελληνικής επιχείρησης είναι το μικρότερο στην Ευρωζώνη (μέσος τζίρος κάτω των € 10 εκατ. και μόνο 450 επιχειρήσεις έχουν ετήσιο τζίρο άνω των € 50 εκατ.), γεγονός που αποτρέπει την ανάπτυξη της εξαγωγικής δραστηριότητας, τη δημιουργία οικονομιών κλίμακος, ανταγωνιστικής τιμολόγησης και τις επενδύσεις σε σύγχρονη οργάνωση, δίκτυα διανομής, ψηφιοποίηση και υποδομές. Εθνική επιχειρηματική στόχευσή μας οφείλει να είναι η πρόσβαση στη μεγάλη διεθνή αγορά εκατομμυρίων πελατών, όχι ο αυτοπεριορισμός μας στη μικρή εγχώρια αγορά των 10 εκατομμυρίων, που αντικειμενικά αδυνατεί να στηρίξει ισχυρές επιχειρήσεις με σύγχρονες υποδομές, προϊόντα και στελέχη. Υπάρχουν και μικρότερες, υγιείς επιχειρήσεις, αλλά στην πλειοψηφία τους, αποτελούν σημαντικό τμήμα της εφοδιαστικής, προμηθευτικής αλυσίδας εγχώριων δικτύων διανομής (π.χ. σουπερμάρκετ, πολυκαταστήματα), περιορισμένης επιρροής και διαπραγματευτικής δύναμης.

Η δημιουργία ισχυρών εξωστρεφών επιχειρήσεων θα δημιουργήσει παράλληλα νέες μεγάλες εγχώριες ανάγκες σε πρώτες ύλες, ενδιάμεσα αγαθά και τελικά προϊόντα, ενισχύοντας με το τρόπο αυτό τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε μεγαλύτερη κλίμακα σε σχέση με την υφιστάμενη κατάσταση.

Τέλος, ένα από τα μεγάλα προβλήματα τμήματος της ελληνικής μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας στον κόσμο που διαμορφώνεται, είναι η ξεπερασμένη από τις εξελίξεις οργανωτική δομή, λειτουργική υποδομή και εταιρική διακυβέρνησή τους. Μικρό εταιρικό μέγεθος, προβληματική διακυβέρνηση, ανειλικρινείς ισολογισμοί και οικονομικά αποτελέσματα, μεγάλο βαθμό φοροδιαφυγής και ανασφάλιστης και αδήλωτης εργασίας, προσδοκία αν όχι απαίτηση, ότι το κράτος και οι τράπεζες οφείλουν να τους στηρίζουν εσαεί, χωρίς κριτήρια. Με χαμηλό βαθμό ψηφιοποίησης, απρόθυμες να επενδύσουν στον εκσυγχρονισμό τους, αποτελούν τον κορμό της «γκρίζας οικονομίας» και της οικονομικής οπισθοδρόμησης όπου η κερδοφορία και η βιωσιμότητα, εξαρτώνται όχι από την ανταγωνιστικότητα τους, αλλά από τη μη εκπλήρωση υποχρεώσεων και μη τήρηση κανόνων και νόμων.

Αυτή η ξεπερασμένη επιχειρηματικότητα, αδικεί τις χιλιάδες ανταγωνιστικές, συνεπείς και υγιείς επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και το εξωτερικό, νοθεύει τον ανταγωνισμό, κρατάει δέσμια σημαντική ρευστότητα και το τραπεζικό σύστημα, οδηγεί στην υπερ-φορολόγηση των συνεπών και αποθαρρύνει τις επενδύσεις, την εξωστρέφεια ανάπτυξη και την ανάταξη της ελληνικής οικονομίας.

Νίκος Καραμούζης
Πρόεδρος Grant Thornton, Executive Chairman SMERemediumCap