
Γνωρίζετε ότι...
Δεν εφαρμόζονται κανόνες transfer pricing της αγορανομικής νομοθεσίας για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος εταιρίας.
Ο φορολογικός έλεγχος καταλόγισε το έτος 2016 σε εταιρία φόρο εισοδήματος και πρόσθετο φόρο λόγω ανακριβούς δήλωσης για τα έτη 2010 και 2011. Η ΔΕΔ και το Διοικητικό Εφετείο έκριναν ότι ο ανωτέρω καταλογισμός ήταν ορθός λόγω παραβίασης της αρχής των ίσων αποστάσεων στις ενδοομιλικές συναλλαγές της εταιρίας (transfer pricing), κατ’ εφαρμογή διατάξεων νόμου και υπουργικής Απόφασης που εντάσσονταν στην αγορανομική νομοθεσία. Εντούτοις το ΣτΕ ακύρωσε την απόφαση του Εφετείου κρίνοντας ότι οι ανωτέρω διατάξεις εντάσσονταν στην αγορανομική νομοθεσία, μη δυνάμενες, ελλείψει ρητής πρόβλεψης, να εφαρμοστούν και από τη φορολογική διοίκηση για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος της εταιρίας. Ειδικότερα έκρινε ότι για τα έτη 2010-2011 η κρίση περί της τήρησης της αρχής των ίσων αποστάσεων δεν σχηματίζεται με βάση συγκεκριμένη, νομοθετικώς καθοριζόμενη μεθοδολογία, αλλά με βάση το περιεχόμενο του φακέλου τεκμηρίωσης κατά τις ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο διατάξεις, καθώς και κατά τους κανόνες της οικονομικής και λογιστικής επιστήμης (ΣτΕ 2015/2025).
Είναι ανίσχυρη η νομοθετική διάταξη που εξαρτά την διακοπή του χρόνου παραγραφής μόνο από την έκδοση της πράξης επιβολής φόρου χωρίς την κοινοποίησή της.
Σε πρόσφατη απόφασή του το ΣτΕ έκρινε ότι η διατήρηση του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει φόρους ή κυρώσεις προϋποθέτει όχι μόνο την έκδοση της σχετικής πράξης εντός του προβλεπόμενου χρόνου, αλλά και την έγκαιρη και νόμιμη κοινοποίησή της στον διοικούμενο. Η απλή έκδοση μιας πράξης, χωρίς αυτή να περιέλθει σε γνώση του ενδιαφερομένου, δεν αρκεί για να διακοπεί η παραγραφή. Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι διαφορετική προσέγγιση θα συνέδεε την τήρηση των χρονικών ορίων με ένα γεγονός άγνωστο στον φορολογούμενο, γεγονός που θα υπονόμευε τη διαφάνεια της διοικητικής δράσης και θα δημιουργούσε παρατεταμένη αβεβαιότητα ως προς τις οικονομικές του υποχρεώσεις. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι νέες πράξεις δεν κοινοποιήθηκαν νόμιμα μέσα στον απαιτούμενο χρόνο. Κατά συνέπεια, έκρινε ότι η σχετική αξίωση του Δημοσίου είχε παραγραφεί και δεν μπορούσε πλέον να επιβληθεί φόρος (ΣτΕ 1233/2025).
Καταθέσεις που πιστώνονται χωρίς ταυτόχρονη χρέωση άλλου λογαριασμού θεωρούνται πρωτογενείς και μπορεί να συνιστούν προσαύξηση περιουσίας.
Έπειτα από φορολογικό έλεγχο της περιουσίας αποβιώσαντος, διαπιστώθηκε η αποστολή εμβασμάτων σε λογαριασμούς τρίτων, χωρίς να συνοδεύονται από έγγραφα που να τεκμηριώνουν την προέλευση των ποσών, με συνέπεια να χαρακτηριστούν ως φορολογητέο εισόδημα. Οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος άσκησαν αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποστηρίζοντας ότι οι καταλογισθείσες προσαυξήσεις προέρχονταν από μεταφορές χρηματικών ποσών μεταξύ λογαριασμών του ίδιου προσώπου και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούσαν νέα περιουσιακή αύξηση. Επίσης, ισχυρίστηκαν ότι η φορολογική αρχή δεν απέδειξε τον χρόνο προσαύξησης ούτε ενήργησε επαρκή έλεγχο για την προέλευση των ποσών. Το διοικητικό εφετείο, κατόπιν επανελέγχου των τραπεζικών κινήσεων, διαπίστωσε ότι μέρος των εμβασμάτων αποτελούσε πρωτογενείς καταθέσεις και μόνο αυτό αποτελεί προσαύξηση, ενώ οι δευτερογενείς μεταφορές δεν συνιστούν νέα περιουσιακή αύξηση. Το ΣτΕ απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης, κρίνοντας ότι η φορολογική αρχή ενήργησε νόμιμα, διενεργώντας τα αναγκαία μέτρα ελέγχου και ότι οι καταθέσεις χωρίς ταυτόχρονη χρέωση άλλου λογαριασμού χαρακτηρίζονται ως πρωτογενείς (ΣτΕ 1458/2025).
Η φορολογική αρχή απέρριψε αίτημα επιστροφής ΦΠΑ σε δαπάνες φιλοξενίας και εκδηλώσεων χωρίς να προηγηθεί συγκεκριμένη εξέταση κάθε δαπάνης.
Στην υπόθεση ναυτιλιακής εταιρίας για έξοδα φιλοξενίας στο πλαίσιο μεγάλης ναυτιλιακής έκθεσης, ο έλεγχος περιόρισε το αιτούμενο επιστρεπτέο ποσό, κρίνοντας ότι μέρος του ΦΠΑ αφορούσε δαπάνες δεξιώσεων, ψυχαγωγίας και φιλοξενίας και άρα δεν αναγνωρίζεται για έκπτωση. Η εταιρία υποστήριξε ότι πρόκειται για συνήθη εμπορική πρακτική του κλάδου, αναγκαία για επαφές με πελάτες και συνεργάτες, και ότι υπήρχαν αναλυτικά παραστατικά και τεκμηρίωση. Ωστόσο, η κρίση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών αντιμετώπισε τις συγκεκριμένες δαπάνες ως εκ του αντικειμένου μη αυστηρά επαγγελματικές και απέρριψε την προσφυγή, αναδεικνύοντας μια πιο άκαμπτη προσέγγιση σε σχέση με την απαίτηση ουσιαστικής αξιολόγησης που προκύπτει από την πρόσφατη κρίση του ΣτΕ 2229/2024 για δαπάνες συνεδρίων. Στην απόφαση του ΣτΕ είχε γίνει δεκτό ότι η φορολογική διοίκηση δεν μπορεί να απορρίπτει συνολικά την επιστροφή ΦΠΑ χωρίς να εξετάζει πρώτα, με βάση τα πραγματικά στοιχεία, αν οι συγκεκριμένες υπηρεσίες (π.χ. ενοικίαση χώρων, τεχνική υποστήριξη, διερμηνεία) εξυπηρετούν την επαγγελματική δραστηριότητα της επιχείρησης και τον επιχειρηματικό σκοπό της (ΔΕΔ 3772/2025).
Εγγραφείτε στις ενημερώσεις μας