
Γνωρίζετε ότι...
Η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο δεν στοιχειοθετεί άνευ ετέρου υποκείμενη σε φόρο άτυπη δωρεά.
Ο φορολογικός έλεγχος καταλόγισε το έτος 2017 σε βάρος εταιρίας κύριο φόρο δωρεάς και πρόσθετο φόρο λόγω μη υποβολής δηλώσεως. Ειδικότερα ο έλεγχος είχε κρίνει ότι σε περίπτωση αύξησης κεφαλαίου με έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο από εταιρία, που εμφανίζει αρνητική καθαρή θέση, το ποσό της υπέρ το άρτιο διαφοράς συνιστά άτυπη δωρεά, προς τους μετόχους που δεν συμμετείχαν στην αύξηση. Το Διοικητικό Εφετείο, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του ελέγχου, έκρινε ότι η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο δεν στοιχειοθετεί υποκείμενη σε φόρο άτυπη δωρεά. Το ΣτΕ επικυρώνοντας την απόφαση του Εφετείου, έκρινε ότι μόνη η έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο σε περίπτωση ύπαρξης ζημίας της εταιρίας δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου την ύπαρξη δωρεάς και δη υπέρ των λοιπών μετόχων που δεν συμμετέχουν στην αύξηση του κεφαλαίου. Τούτο διότι η λήψη των μετοχών της ανώνυμης εταιρίας λαμβάνει χώρα έναντι ανταλλάγματος στην τιμή διαθέσεως των μετοχών, που ορίζεται από την ίδια την εταιρία (ΣτΕ 1699/2025).
Δεν αποτελεί φορολογικώς ενδιαφέρουσα μεταβολή της περιουσίας η ζημία που υφίσταται φορολογούμενος λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.
Συγκεκριμένα το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει κατά πόσο είναι δυνατόν η διαφορά μεταξύ της αναπόσβεστης φορολογικής αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και της αποζημίωσης που επιδικάστηκε από τα πολιτικά δικαστήρια μπορεί να θεωρηθεί εκπεστέα ζημία από τα κέρδη της επιχείρησης. Εν προκειμένω, η φορολογούμενη αιτήθηκε την αναίρεση της απορριπτικής απόφασης του Εφετείου, υποστηρίζοντας ότι η ζημία που υπέστη από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου της, δηλαδή η διαφορά μεταξύ της αναπόσβεστης φορολογικής αξίας του ακινήτου και της αποζημίωσης που της επιδικάστηκε, πρέπει να εκπέσει από τα φορολογητέα κέρδη της. Επιπλέον πρόβαλλε τον ισχυρισμό περί οριστικού χαρακτήρα της απαλλοτρίωσης καθώς και την εξ αυτού αδυναμία διενέργειας μελλοντικών αποσβέσεων. Το Δικαστήριο, κρίνει ότι η αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης έχει αποκαταστατικό χαρακτήρα και δεν επιφέρει φορολογικώς ενδιαφέρουσα μεταβολή της περιουσίας του επιχειρηματία καθώς και ότι η επίδικη διαφορά δεν συνιστά εκπεστέα επιχειρηματική δαπάνη, διότι δεν συνδέεται με την επιχειρηματική δραστηριότητα ή με συνήθη εμπορική συναλλαγή. Πάντως λόγω της σοβαρότητας του ζητήματος και της έλλειψης προηγούμενης νομολογίας, το Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του (ΣτΕ 2155/2025).
Δεν αποτελούν δικαιώματα οι αμοιβές που εισπράττει επιχείρηση για υπηρεσίες σχετικές με την αποδοτική εφαρμογή του παραχωρηθέντος σε άλλη επιχείρηση άυλου περιουσιακού στοιχείου.
Εταιρία υπέβαλε το έτος 2008 δήλωση απόδοσης παρακρατούμενου φόρου εισοδήματος με επιφύλαξη ως προς την υποχρέωση καταβολής του φόρου. Η Φορολογική Αρχή και το Διοικητικό Εφετείο απέρριψαν την επιφύλαξη κρίνοντας ότι σύμφωνα με την ΣΑΔΦ Ελλάδας – Ινδίας, η έννοια των δικαιωμάτων, που υπάγονται σε παρακρατούμενο φόρο εισοδήματος, είναι ευρεία, αναφερόμενη όχι μόνο στο αντάλλαγμα για την παραχώρηση της χρήσης προστατευόμενων άυλων αγαθών πνευματικής ιδιοκτησίας αλλά και στις αμοιβές για την παροχή υπηρεσιών που στηρίζονται στη χρήση τέτοιων αγαθών ή απορρέουν από συμβάσεις παραχώρησης της χρήσης αυτών. Εντούτοις, το ΣτΕ ακύρωσε την απόφαση του Εφετείου κρίνοντας ότι η έννοια των δικαιωμάτων είναι στενή καταλαμβάνουσα αποκλειστικώς το ποσό που εισπράττεται ως αντάλλαγμα από την παραχώρηση άυλου περιουσιακού στοιχείου πνευματικής ή εμπορικής/βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Αντίθετα δεν καταλαμβάνει αμοιβές για την παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης έστω κι αν είναι συναφείς με τη χρήση άυλων αγαθών πνευματικής ή εμπορικής/βιομηχανικής ιδιοκτησίας (ΣτΕ 822/2023).
Οι φορολογικές αρχές οφείλουν να ζητούν διευκρινίσεις πριν απορρίψουν αίτημα επιστροφής ΦΠΑ για τυπικά λάθη ή παραλείψεις στα παραστατικά.
Στην υπόθεση, αλλοδαπή εταιρία υποκείμενη σε άλλο κράτος μέλος υπέβαλε αίτημα επιστροφής ΦΠΑ για υπηρεσίες που είχαν τιμολογηθεί στην Ελλάδα, όμως η διοίκηση απέρριψε το αίτημα επικαλούμενη ελλείψεις και ασάφειες στα παραστατικά, χωρίς να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από την εταιρία ή την αρχή του κράτους εγκατάστασης. Το ΣτΕ δέχθηκε ότι ο αιτών πρέπει να συμπληρώνει επιμελώς την αίτηση επιστροφής και να συγκεντρώνει τα ορθά παραστατικά, ωστόσο έκρινε ότι η διοίκηση πρέπει να εφαρμόζει της αρχές ουδετερότητας, αναλογικότητας και πρακτικής αποτελεσματικότητας του ΦΠΑ, ζητώντας πρώτα διευκρινίσεις απο τον αιτούντα ή απο την αρχή του κράτους εγκατάστασης ώστε να μην υπονομεύεται στην πράξη το δικαίωμα επιστροφής. Συνεπώς, οι αρχές πρέπει να δίνουν ευκαιρία διόρθωσης τυπικών ελλείψεων πριν κρίνουν οριστικά (ΣτΕ 321/2024).
Εγγραφείτε στις ενημερώσεις μας