Φοροδοξίες, 27.02.2022
ΦΟΡΟΔΟΞΙΕΣΠαράταση κατά ένα έτος του χρόνου παραγραφής χωρεί μετά από ακύρωση της αρχικής καταλογιστικής πράξης αποκλειστικά για τυπικό λόγο και για τον ίδιο φορολογούμενο, σύμφωνα με απόφαση της ΔΕΔ.

Με τις σχετικές διατάξεις, επεκτείνεται η απαλλαγή από τον φόρο κληρονομιάς των κοινών τραπεζικών λογαριασμών, περιλαμβάνοντας, αφενός αυτούς της αλλοδαπής, και, αφετέρου, όλα τα κοινά επενδυτικά προϊόντα, σε ευρώ ή/και σε ξένο νόμισμα, που αποκτώνται αυτοδίκαια από τους συνδικαιούχους, και μέχρι τον τελευταίο από αυτούς (όχι όμως και τους δικούς του κληρονόμους). Η πιο πάνω απαλλαγή δεν περιλαμβάνει τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς και επενδυτικά προϊόντα, τα οποία βρίσκονται σε μη συνεργάσιμα κατά τη φορολογική νομοθεσία κράτη ή σε κράτη τα οποία δεν εφαρμόζουν ανταλλαγή πληροφοριών για τους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς με την Ελλάδα. Υπενθυμίζεται ότι οι Ελληνικές φορολογικές αρχές δέχονταν ότι η απαλλαγή των κοινών λογαριασμών από το φόρο κληρονομιάς αφορούσε αποκλειστικά στους λογαριασμούς που τηρούνται στην ημεδαπή και όχι εκείνους της αλλοδαπής. Το ζήτημα είχε απασχολήσει και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατόπιν σχετικών καταγγελιών, η οποία απέστειλε προειδοποιητική επιστολή προς την Ελλάδα απαιτώντας την τροποποίηση ή αντικατάσταση της σχετικής νομοθεσίας, γιατί παραβίαζε την Ευρωπαϊκή νομοθεσία και συγκεκριμένα την ελευθερίας κυκλοφορίας κεφαλαίων τόσο μεταξύ των κρατών-μελών όσο και μεταξύ των κρατών-μελών και τρίτων χωρών.
Μετά την πρόσφατη αναμόρφωση των σχετικών διατάξεων, αλληλέγγυα ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα (πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος, διαχειριστής, εκκαθαριστής κ.λπ.) ιδρύεται αποκλειστικά για τους φόρους και τα πρόστιμα που αναφέρονται περιοριστικά στο νόμο. Ειδικότερα, τέτοια ευθύνη προβλέπεται πια μόνο για φόρο εισοδήματος, παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, με κυριότερο τον ΦΠΑ, καθώς και για τον ΕΝΦΙΑ. Έτσι, δεν θεμελιώνεται αλληλέγγυα ευθύνη αναφορικά με τα τέλη χαρτοσήμου αλλά και με τα αυτοτελή πρόστιμα του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας για διαδικαστικές παραβάσεις (Ε2173/2020, ΔΕΔ 1273/2021). Επιπλέον, σε περίπτωση που οι φορολογικές οφειλές προκύπτουν μετά από φορολογικό έλεγχο, ευθύνη θεμελιώνεται στο πρόσωπο εκείνου που ασκούσε καθήκοντα κατά το ελεγχόμενο έτος, με εξαίρεση την περίπτωση που ο καταλογισμός οφείλεται στην μη προσκόμιση βιβλίων και στοιχείων στο πλαίσιο ελέγχου, καθώς σε αυτή την περίπτωση την υποχρέωση προσκόμισης των βιβλίων φέρουν τα πρόσωπα που ασκούν διοίκηση κατά το χρόνο του ελέγχου (ΣτΕ 978/2020).
Τόσο η ΑΑΔΕ όσο και το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Α.1082/2021, Απόφαση Υπ. Εργασίας υπ’ αριθμ. 65118/2021) προχώρησαν σε ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων έλλειψης υπαιτιότητας, κατά τρόπο παρόμοιο, σε μια προσπάθεια για ενιαία αντιμετώπιση της αλληλέγγυας ευθύνης έναντι του Δημοσίου. Ειδικότερα, υπαιτιότητα του φυσικού προσώπου δεν θεμελιώνεται σε περίπτωση αποδεδειγμένης και παρατεταμένης αδυναμίας άσκησης των καθηκόντων διοίκησης λόγω βαριάς ασθένειας, σε περίπτωση παραίτησης προγενέστερης της κρίσιμης περιόδου ή σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε αναλάβει ειδικά μόνο καθήκοντα που δεν σχετίζονται με τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις της εταιρίας (πχ. διευθυντής μάρκετινγκ, διευθυντής ανθρώπινου δυναμικού). Υπογραμμίζεται ότι τα παραπάνω δεν ισχύουν για τους ομόρρυθμους εταίρους ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων εταιριών που ασκούν διαχείριση καθώς, σύμφωνα με το εταιρικό δίκαιο, τα πρόσωπα αυτά φέρουν απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη για τα χρέη της εταιρίας ως προς κάθε πιστωτή, επομένως και ως προς το Δημόσιο.
Πιο συγκεκριμένα, οι υπόχρεοι που κατέβαλαν εντός του 2020 προμερίσματα ΑΕ ή προσωρινές απολήψεις ΕΠΕ και ΙΚΕ και τα έχουν αποστείλει με δηλώσεις απόδοσης φόρου με αναλυτικές εγγραφές σύμφωνα με την σχετική ερμηνευτική εγκύκλιο Α.1100/2019 για το 2020, δεν υποχρεούνται σε ετήσιο αρχείο βεβαιώσεων μερισμάτων φορολογικού έτους 2021. (Α. 1275/2021).
Αυτό έκρινε το ΣτΕ με πρόσφατη απόφασή του, ακόμα και επί περιπτώσεων κατά τις οποίες η συμφωνηθείσα αξία διαφέρει με το τίμημα που θα είχε επιτευχθεί εφόσον η συναλλαγή είχε διενεργηθεί από μη συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τις περί εικονικότητας διατάξεις, απαραίτητη προϋπόθεση για την εικονικότητα αποτελεί η διάσταση μεταξύ της συμφωνηθείσας αξίας και της αξίας που έχει αναγραφεί στα σχετικά φορολογικά παραστατικά. Εν προκειμένω η προϋπόθεση αυτή δεν καλύπτεται, ακόμα και αν υφίσταται σημαντική παρέκκλιση από τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά. Αντίθετα, σε περιπτώσεις υπερτιμολογήσεων ή υποτιμολογήσεων εφαρμόζεται το τεκμήριο ανακρίβειας, με σκοπό τη διόρθωση των οικονομικών αποτελεσμάτων των ημεδαπών επιχειρήσεων που συμμετέχουν στις συναλλαγές αυτές, μέσω της λογιστικής προσθήκης στα καθαρά κέρδη τους της αντιστοιχούσας διαφοράς. Τέλος, ούτε η απλή απόδειξη της μη εικονικότητας εκ μέρους του φορολογούμενου νομικού προσώπου αντιστρόφως ανατρέπει το τεκμήριο ανακρίβειας, το οποίο δύναται να αναστραφεί αποκλειστικά αν αποδειχθεί ότι η υπερτιμολόγηση ή υποτιμολόγηση μεταξύ των συνδεδεμένων επιχειρήσεων δεν είχε ως σκοπό τη φοροδιαφυγή. (ΣτΕ 984/2020)
Εγγραφείτε στις ενημερώσεις μας
Παράταση κατά ένα έτος του χρόνου παραγραφής χωρεί μετά από ακύρωση της αρχικής καταλογιστικής πράξης αποκλειστικά για τυπικό λόγο και για τον ίδιο φορολογούμενο, σύμφωνα με απόφαση της ΔΕΔ.
Την έκδοση προσωρινής άδειας εγκατάστασης μπορούν να αιτούνται πλέον οι αλλοδαπές εταιρείες που εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω γραφείου του α.ν. 89/67.
Μη εναρμονισμένη με την ευρωπαϊκή νομοθεσία παραμένει η διάταξη για τη μείωση της βάσης επιβολής του ΦΠΑ σε περίπτωση ολικής ή μερικής μη αποπληρωμής του τιμήματος, τρία έτη μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του ΣτΕ.