Φοροδοξίες, 01.06.2025
ΦΟΡΟΔΟΞΙΕΣΤόκοι που καταβάλλονται χάριν προνομιούχων μετοχών δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της εκδότριας εταιρίας.

Ο φορολογικός έλεγχος καταλόγισε σε βάρος εταιρίας κύριο φόρο εισοδήματος, πρόσθετο φόρο λόγω ανακρίβειας της δήλωσης και πρόστιμο λόγω λήψης εικονικών τιμολογίων για το οικονομικό έτος 2001. Η φορολογούμενη ισχυρίστηκε ότι ο ανωτέρω καταλογισμός έγινε σε χρόνο (2007) κατά τον οποίο είχε παραγραφεί το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει φόρο εισοδήματος για το οικονομικό έτος 2001, δεδομένου ότι η σχετική πενταετής προθεσμία είχε παρέλθει στο τέλος του 2006. Το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς της φορολογούμενης κρίνοντας ότι με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει τον επίδικο φόρο είχε παραταθεί κατά δύο έτη, καθώς είχε εκδοθεί σε βάρος της φορολογούμενης πράξη επιβολής προστίμου για το ίδιο οικονομικό έτος. Το ΣτΕ ακύρωσε την απόφαση του Εφετείου κρίνοντας ότι είναι αντισυνταγματικές οι διατάξεις του νόμου, με τις οποίες παρατάθηκε κατά δύο έτη ο χρόνος παραγραφής φορολογικών αξιώσεων αναγόμενων σε ημερολογιακά έτη προγενέστερα του προηγουμένου της δημοσίευσης του σχετικού νόμου (ΣτΕ 1817/2024).
Το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέτασε υπόθεση φορολογούμενου που αμφισβήτησε πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, ισχυριζόμενος ότι μέρος των ποσών ήταν απαλλασσόμενα εισοδήματα. Οι δηλώσεις του συνοδεύονταν από πίνακες απαλλαγών, χωρίς όμως επαρκή τεκμηρίωση για την προέλευσή τους. Το Διοικητικό Εφετείο, με την κρίση του, απέρριψε τον ισχυρισμό περί απαλλαγής, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι σχετικές καταστάσεις δεν συνοδεύονταν από αποδεικτικά έγγραφα που να θεμελιώνουν τον ισχυρισμό περί μη υπαγωγής σε φόρο. Το ΣτΕ επικύρωσε την κρίση αυτή, επισημαίνοντας ότι το Εφετείο ορθώς δεν δεσμεύτηκε από τις καταστάσεις που είχαν υποβληθεί με τις δηλώσεις φόρου, καθώς αυτές δεν αποτελούν αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, αλλά απλές αναγραφές του φορολογούμενου, οι οποίες δεν έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη χωρίς επιβεβαιωτικά στοιχεία. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι για να ληφθούν υπόψη οι αναγραφές των απαλλασσόμενων ποσών, απαιτείται να τεκμηριώνεται επαρκώς η προέλευση και ο χαρακτήρας τους, μέσω σχετικών εγγράφων ή στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι πράγματι πρόκειται για απαλλασσόμενα εισοδήματα (ΣτΕ 1478/2023).
Ο φορολογικός έλεγχος, στα πλαίσια ελέγχου φορολογίας εισοδήματος φυσικού προσώπου, εξέτασε την καταβολή τιμήματος για την αγορά ακινήτου. Η φορολογική αρχή διαπίστωσε ότι, σύμφωνα με το προσύμφωνο του 2005 και το οριστικό συμβόλαιο του 2014, το συνολικό τίμημα για την αγορά ακινήτου έπρεπε να καταβληθεί κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Ο φορολογούμενος αγοραστής ισχυρίστηκε ότι το τίμημα είχε καταβληθεί σταδιακά και σε διαφορετικές χρονικές στιγμές πριν από το 2014. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η τμηματική καταβολή του τιμήματος σε προηγούμενα χρόνια και λόγω ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων αφάρμοσε τις διατάξεις περί τεκμηρίων. Τέλος, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση του φορολογουμένου (ΣτΕ 2208/2024).
Σε πρόσφατη απόφασή του το ΣτΕ κλήθηκε να κρίνει τον φορολογικό χειρισμό ζημίας που προέκυψε κατά την συγχώνευση με απορρόφηση δύο εταιριών. Το δικαστήριο κατέληξε ότι νομίμως η ζημία της απορροφούμενης εταιρίας συμψηφίστηκε μόνο με τα κέρδη της χρήσης κατά την οποία έλαβε χώρα η συγχώνευση και όχι με τα κέρδη προηγούμενων χρήσεων. Η απόφαση βασίστηκε στο ότι τα κέρδη αυτά είχαν ήδη μετατραπεί, με απόφαση της γενικής συνέλευσης πριν τον μετασχηματισμό, σε έκτακτο αποθεματικό ειδικού σκοπού, προορισμένο για επενδύσεις. Μολονότι, η φορολογική αρχή υποστήριξε ότι η μετατροπή αυτή ήταν προσχηματική και αποσκοπούσε στην αποφυγή συμψηφισμού, το Διοικητικό Εφετείο και εν συνεχεία το ΣτΕ έκριναν ότι ο σκοπός χρήσης του αποθεματικού για επενδύσεις προέκυπτε από τα πραγματικά περιστατικά. Συγκεκριμένα, η εταιρία είχε ήδη αιτηθεί την υπαγωγή της σε πρόγραμμα επενδύσεων, ενώ είχε καταβάλει και χρήματα για την κάλυψη ιδίων συμμετοχών σε αυτές τις επενδύσεις. Συνεπώς, το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της φορολογικής διοίκησης (ΣτΕ 542/2025).
Στην προκειμένη περίπωση, η φορολογούμενη υποστήριξε μέσω αιτήματος στην ΑΑΔΕ ότι η επιχείρησή της δεν λειτούργουσε κατά το επίμαχο διάστημα, καθώς βρισκόταν σε στάδιο ανέγερσης, επικαλούμενη λόγους ανωτέρας βίας. Η ΔΕΔ επανεξέτασε την υπόθεση και έκρινε ότι το τεκμήριο του νόμου είναι μαχητό και συνεπώς το ποσό του ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας μπορεί να αμφισβητηθεί όταν συντρέχουν πραγματικοί λόγοι που περιορίζουν την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική κατάσταση της επιχείρησης, η ΔΕΔ αποδέχθηκε ότι συνέτρεχαν αντικειμενικοί λόγοι αδυναμίας λειτουργίας της και ακύρωσε την πράξη της ΔΟΥ, διατάσσοντας νέα εκκαθάριση (ΔΕΔ 1094/2025).
Εγγραφείτε στις ενημερώσεις μας
Τόκοι που καταβάλλονται χάριν προνομιούχων μετοχών δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της εκδότριας εταιρίας.
Η επιβολή φόρου πλούτου (wealth tax) σε ενωσιακό επίπεδο για φυσικά πρόσωπα υψηλής καθαρής περιουσίας παραμένει ανοιχτό ζήτημα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διερευνά τα μέσα αποτελεσματικότερης εφαρμογής του.
Ως μέρισμα με 5% φορολογείται η διανομή καθαρών κερδών της εταιρίας στο προσωπικό και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου.