Φοροδοξίες, 08.02.2026
ΦΟΡΟΔΟΞΙΕΣΗ διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο δεν στοιχειοθετεί άνευ ετέρου υποκείμενη σε φόρο άτυπη δωρεά.

Το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς της φορολογουμένης κρίνοντας ότι το δικαίωμα της φορολογικής αρχής προς καταλογισμό του φόρου δεν είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, η οποία είχε επιμηκυνθεί σε δεκαετή λόγω στοιχείων που προέκυψαν κατόπιν αιτήματος αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής προς την αρμόδια αλλοδαπή αρχή. Εντούτοις, το ΣτΕ ακύρωσε την απόφαση του Εφετείου κρίνοντας ότι για να δικαιολογηθεί η επιμήκυνση της παραγραφής από πενταετή σε δεκαετή λόγω στοιχείων από αμοιβαία διοικητική συνδρομή, το σχετικό αίτημα πρέπει να έχει υποβληθεί από τη φορολογική αρχή εντός της αρχικής πενταετίας. Αυτό ανεξαρτήτως της δυσκολίας και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, των αντικειμενικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει κατά τον κρίσιμο χρόνο η φορολογική αρχή και της έλλειψης συνεργασίας του φορολογούμενου (ΣτΕ 667/2025).
Σε πρόσφατη απόφαση του το ΣτΕ κλήθηκε να κρίνει εάν συντρέχει αλληλέγγυα ευθύνη φυσικού προσώπου για φορολογικές οφειλές αλλοδαπής (υπεράκτιας) εταιρίας που δραστηριοποιήθηκε στην Ελλάδα αποκλειστικά μέσω εκμετάλλευσης ακινήτου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, για την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, ως «διάλυση» αλλοδαπού νομικού προσώπου μπορεί να θεωρηθεί και η πλήρης διακοπή της δραστηριότητάς του στην Ελλάδα, όταν δεν υφίσταται πλέον πραγματική παρουσία ή λειτουργία του. Μετά την πώληση του μοναδικού ακινήτου της, η εταιρία έπαυσε κάθε δραστηριότητα και δεν διατηρούσε έδρα ή εκπροσώπηση στη χώρα. Υπό την αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, θα παρείχετο η δυνατότητα με μόνη την τύποις διατήρηση ενός μορφώματος, όπως της ως άνω εταιρίας, η οποία, μετά και την πώληση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της στην Ελλάδα, θα είχε διακόψει κάθε δραστηριότητα και δεν είχε πλέον σταθερή παρουσία στην Ελλάδα, να καθίσταται κατ’ ουσίαν αδύνατη η είσπραξη των φορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν σε αυτήν (ΣτΕ 1355/2025).
Στην υπόθεση, ο φορολογούμενος είχε λάβει τιμολόγια για υπηρεσίες που πράγματι παρασχέθηκαν και τα είχε εξοφλήσει, όμως σε μεταγενέστερο έλεγχο κρίθηκε ότι τα τιμολόγια ήταν πλαστά λόγω τυπικού ζητήματος διάτρησης και θεώρησης αυτών, που δεν ήταν εύκολα αντιληπτό από τον λήπτη. Η φορολογική διοίκηση υποστήριξε ότι, αφού το παραστατικό είναι πλαστό, ο φορολογούμενος δεν μπορεί να εκπέσει το ΦΠΑ, ενώ τα διοικητικό δικαστήριο δέχθηκε ότι τυπικές πλημμέλειες δεν αρκούν από μόνες τους για να χαθεί η έκπτωση, αν δεν αποδειχθεί με αντικειμενικά πως υπάρχουν στοιχεία συμμετοχής ή γνώση της απάτης. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά κρίθηκε ότι ο ελεγχόμενος ήταν σε καλή πίστη ως προς τη γνησιότητα των τιμολογίων και ότι η φορολογική αρχή ούτε επικαλέστηκε ούτε απέδειξε πως γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την πλαστότητα στο πλαίσιο απάτης του εκδότη. Για τον λόγο αυτό έγινε δεκτό ότι διατηρεί το δικαίωμα να εκπέσει τον ΦΠΑ των συγκεκριμένων τιμολογίων (ΣτΕ 1730/2025).
Φορολογούμενος υπέβαλε δήλωση γονικής παροχής για την αγορά συγκεκριμένου ακινήτου, ενώ η πίστωση του ποσού από λογαριασμό του πατέρα στον λογαριασμό του τέκνου διενεργήθηκε λίγες ημέρες μεταγενέστερα και πριν από την κατάρτιση του συμβολαίου. Η φορολογική αρχή καταλόγισε φόρο, θεωρώντας ότι, χωρίς ολοκληρωμένη μεταφορά κατά τον χρόνο της δήλωσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις απαλλαγής. Μετά την απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής, ο φορολογούμενος προσέφυγε, υποστηρίζοντας ότι ο νόμος απαιτεί τη μεταφορά μέσω πιστωτικού ιδρύματος, χωρίς όμως χρονική προτεραιότητα έναντι της δήλωσης, εφόσον αποδεικνύεται η πραγματική παράδοση και ο σκοπός. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις τραπεζικές κινήσεις και το συμβόλαιο, διαπίστωσε ότι η μεταφορά του ποσού μέσω πιστωτικού ιδρύματος ταυτιζόταν με τη δήλωση και χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του ακινήτου, κρίνοντας ότι η μεταγενέστερη της δήλωσης μεταφορά, εφόσον αποδεικνύεται πλήρως και συνδέεται άμεσα με τη δήλωση, δεν αναιρεί το αφορολόγητο (ΔΠΘ 1703/2025).
Δεν προβλέπεται από το νόμο τροποποίηση των λανθασμένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων προηγούμενων χρήσεων. Συνεπώς, οι λογιστικές εγγραφές καταχωρίζονται κατά τον χρόνο διαπίστωσης του σφάλματος, με σχετική επισήμανση ότι αφορούν προηγούμενες χρήσεις, χωρίς να τροποποιούνται τα λογιστικά αρχεία της χρήσης στην οποία αυτό το σφάλμα έλαβε χώρα. Αντίθετα, για φορολογικούς σκοπούς εφαρμόζεται η αρχή της δεδουλευμένης βάσης και η αυτοτέλεια των χρήσεων, με αποτέλεσμα να επιτρέπεται η υποβολή εκπρόθεσμης τροποποιητικής δήλωσης εισοδήματος στο φορολογικό έτος στο οποίο ανάγεται το σφάλμα, προς αποκατάσταση της ορθής φορολογικής βάσης, με την επιβολή ωστόσο των προβλεπόμενων κυρώσεων. Για τη δικαιολόγηση της απόκλισης μεταξύ των δεδομένων της τροποποιητικής δήλωσης και των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, απαιτείται η τήρηση στο αρχείο της εταιρίας των στοιχείων που τεκμηριώνουν τη διόρθωση αυτή (Ε.2228/2021).
Εγγραφείτε στις ενημερώσεις μας
Η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο δεν στοιχειοθετεί άνευ ετέρου υποκείμενη σε φόρο άτυπη δωρεά.
Δεν εφαρμόζονται κανόνες transfer pricing της αγορανομικής νομοθεσίας για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος εταιρίας.
Αμφισβητείται το τεκμήριο για τον προσδιορισμό του εισοδήματος από την αγορά ακινήτου εφόσον αποδειχθεί ότι καταβλήθηκε χαμηλότερο τίμημα έναντι της αντικειμενικής αξίας.