ΦΟΡΟΔΟΞΙΕΣ

Φοροδοξίες, 09.08.2020

Το τελευταίο διάστημα, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, έχει εκδώσει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες αποφάσεις, που ενσωματώνουν τη νομολογία των δικαστηρίων. Έτσι, η αρχή λειτουργεί ως επιτυχημένο φίλτρο υποθέσεων, μειώνοντας το σημαντικό φόρτο των δικαστηρίων. Παραθέτουμε μερικές από αυτές:

Δεν αποτελεί τεχνητή διευθέτηση με σκοπό την φοροαποφυγή η μείωση του μετοχικού κεφαλαίου εταιρείας με επιστροφή του στους μετόχους χωρίς επιβολή φόρου, αντί της διανομής μερίσματος, που υπόκειται σε φόρο. Από το έτος 2014, οι φορολογικές αρχές μπορούν να επιβάλλουν φόρο αγνοώντας μη γνήσιες τεχνητές διευθετήσεις τις οποίες έχει θέσει ο φορολογούμενος με κύριο σκοπό ή με έναν από τους κύριους σκοπούς την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος. Εν προκειμένω, ο έλεγχος έκρινε ότι ο φορολογούμενος προέβη σε τεχνητή διευθέτηση επιστρέφοντας χωρίς φόρο κεφάλαιο στους μετόχους, αντί να προβεί σε διανομή μερίσματος, η οποία θα υπόκειτο σε φόρο. Για να υποστηρίξει την επιχειρηματολογία της, η φορολογική αρχή επικαλέστηκε επιπλέον το γεγονός ότι ο φορολογούμενος προέβη σε μεταγενέστερες αυξήσεις κεφαλαίου με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών.

Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η μείωση κεφαλαίου δεν αποτελεί συνήθη επιχειρηματική συμπεριφορά, αφού ελήφθη όπως προβλέπεται στο νόμο με υποβολή πρακτικών στο ΓΕΜΗ κλπ. Επίσης, έκρινε ότι η επιλογή μείωσης και επιστροφής πλεονάζοντος κεφαλαίου στους μετόχους σε βαθμό που δεν θίγεται η βιωσιμότητα της επιχείρησης, δεν αποτελεί επιχειρηματική επιλογή ανακόλουθη με την πορεία και την εξέλιξη της εταιρείας. Εξάλλου, έκρινε ότι η αναβολή διανομής κερδών, δεν σημαίνει ότι δεν θα φορολογηθούν μελλοντικά όταν τα κέρδη αυτά διανεμηθούν. Η απόφαση της ΔΕΔ είναι σε συμφωνία με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χτίζει στην σωστή κατεύθυνση την ερμηνεία για την έννοια της τεχνητής διευθέτησης (ΔΕΔ Α 1356/2020).

Η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλλει τέλη χαρτοσήμου για τις χρήσεις μέχρι 31.12.2013 είναι πενταετής. Ο χρόνος παραγραφής παρατείνεται σε δεκαετή μόνο σε περίπτωση ύπαρξης συμπληρωματικών στοιχείων (ΣτΕ 433/2020). Σε συνέχεια της παραπάνω πρόσφατης απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (11242/2020) έκρινε ότι η επιβολή τελών χαρτοσήμου, μετά το πέρας της πενταετίας, με βάση τις εγγραφές στα βιβλία της φορολογούμενης εταιρείας δεν είναι νόμιμη, καθώς δεν υφίστανται συμπληρωματικά στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παράταση της προθεσμίας παραγραφής σε δεκαετή. Στο ίδιο πνεύμα, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών έκρινε με πρόσφατη απόφασή της ότι δεν συνιστά συμπληρωματικό στοιχείο – ικανό να παρατείνει το χρόνο παραγραφής σε δεκαετή – η έκθεση που έχει εκδοθεί από άλλη υπηρεσία, όπως το ΣΔΟΕ, αλλά έχει στηριχθεί στις λογιστικές εγγραφές του φορολογούμενου, δηλαδή σε στοιχείο που ήταν ήδη στη διάθεση της φορολογικής αρχής (ΔΕΔ 820/2020). Υπενθυμίζεται ότι μέχρι πρόσφατα, λόγω έλλειψης ρητής διάταξης στη νομοθεσία περί τελών χαρτοσήμου για το χρόνο παραγραφής για χρήσεις έως 31.12.2013, εφαρμοζόταν κατά πάγιο τρόπο η γενική, εικοσαετής παραγραφή του Αστικού Κώδικα.

Δεν θεωρείται ανακριβής η δήλωση που υποβάλλει ο φορολογούμενος ακολουθώντας τις οδηγίες της φορολογικής διοίκησης κατά το χρόνο αυτό, έστω και αν αυτές μεταβληθούν στη συνέχεια. Ειδικότερα, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών έκρινε ότι δεν οφείλονται τόκοι, προσαυξήσεις και πρόστιμα λόγω ανακρίβειας από φορολογούμενο ο οποίος υπέβαλε φορολογική δήλωση σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε εκδώσει η φορολογική αρχή έως το χρόνο αυτό, παρά το γεγονός ότι με βάση τη μεταβολή της ερμηνευτικής θέσης της διοίκησης στη συνέχεια, προκύπτει μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση γι’ αυτόν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εταιρεία είχε εκπέσει από τα ακαθάριστα έσοδά τις δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης οι οποίες δεν εγκρίθηκαν εν τέλει από την αρμόδια αρχή, ωστόσο, δεν της επιβλήθηκαν πρόσθετες επιβαρύνσεις, πέρα από τον κύριο φόρο, σύμφωνα με τα παραπάνω (ΔΕΔ 3176/2019).

Οι καταθέσεις μικροποσών δεν συνιστούν προσαύξηση περιουσίας: Με απόφαση της η ΔΕΔ έκανε δεκτό ότι ποσά καταθέσεων κάτω των 1.200 ευρώ που δεν αποδεικνύεται ότι προέρχονται από τρίτα πρόσωπα και που κατατίθενται σε μετρητά στους λογαριασμούς του προσφεύγοντα, δεν αποτελούν προσαύξηση περιουσίας. Ειδικότερα, στην κρινόμενη υπόθεση η ΔΕΔ υποστήριξε ότι η προσαύξηση περιουσίας δεν πρέπει να κρίνεται μόνο με βάση συγκεκριμένο ύψος κατάθεσης, αλλά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπως το ύψος και το είδος των εισοδημάτων του φορολογουμένου, η οικονομική του δυνατότητα, το επάγγελμά του, η περιοδικότητα των κρινόμενων καταθέσεων κλπ.