insight featured image
Contents

Γνωρίζετε ότι...

Καταργείται από 01.01.2022 η ισχύς της σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας (ΣΑΔΦ) μεταξύ Ελλάδας και Σουηδίας, κατόπιν μονομερούς ανάκλησής της από τη Σουηδία.

Ειδικότερα, η Σουηδία είχε ανακοινώσει ήδη από τον περασμένο Μάρτιο την πρόθεσή της να τερματίσει την ισχύ της σύμβασης, η οποία είχε συναφθεί το 1961, θεωρώντας ότι οι συνταξιούχοι που εντάσσονται στο φορολογικό καθεστώς προσέλκυσης δικαιούχων αλλοδαπής σύνταξης που θέσπισε η Ελλάδα το 2020 απολαμβάνουν εξαιρετικά ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης (7%) ως προς τα εισοδήματά σουηδικής πηγής, ειδικά τις συντάξεις και τα κεφαλαιακά κέρδη. Μόνη αιτιολογική βάση της απόφασης αυτής γίνεται κατανοητό ότι αποτελεί η σημαντική απήχηση που εκτιμάται ότι θα έχει το ελληνικό εναλλακτικό καθεστώς φορολόγησης στους Σουηδούς συνταξιούχους, οι οποίοι, εγκαταλείποντας τη χώρα μόνιμα, δε θα φορολογούνται πλέον για το παγκόσμιο εισόδημα τους στη Σουηδία, ούτε και θα πραγματοποιούν τις ετήσιες δαπάνες τους εκεί, άρα η χώρα στην πράξη θα απωλέσει έσοδα. Εκτός από την Ελλάδα, η Σουηδία κατήργησε και τη σύμβαση που είχε συνάψει με την Πορτογαλία.

Ζητήματα διπλής φορολόγησης επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων ενδέχεται να ανακύψουν λόγω της απουσίας ΣΑΔΦ Ελλάδας-Σουηδίας.

Η σύμβαση επέλυε, μέχρι σήμερα, σημαντικά ζητήματα διπλής φορολόγησης, όπως ο καθορισμός κριτηρίων για την άρση της διπλής φορολογικής κατοικίας φυσικών ή νομικών προσώπων, η φορολογική αντιμετώπιση της μόνιμης εγκατάστασης και η αποφυγή της διπλής φορολόγησης κατά τις πληρωμές μεταξύ προσώπων εγκατεστημένων έκαστο σε κάθε ένα από τα δύο εμπλεκόμενα κράτη. Ειδικότερα, υπό την ισχύ της σύμβασης, τα κεφαλαιακά κέρδη από την εκποίηση κινητής περιουσίας φορολογούνται αποκλειστικά στη χώρα κατοικίας ενώ οι ανώτατοι συντελεστές του φόρου επί των τόκων και δικαιωμάτων καθορίζονται σε 10% και 5% αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ελλάδα καταβάλλει τόκους ή δικαιώματα σε επιχείρηση εγκατεστημένη στη Σουηδία και οφείλεται φόρος στην Ελλάδα με βάση το εσωτερικό δίκαιο, δεν εφαρμόζονται οι συντελεστές που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία, 15% και 20% αντίστοιχα, αλλά οι χαμηλότεροι συντελεστές της σύμβασης. Ωστόσο, όλα τα παραπάνω παύουν να ισχύουν μετά την κατάργηση της ισχύος της σύμβασης, με αποτέλεσμα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που κατοικούν στη μία χώρα αλλά έχουν εισοδήματα που πηγάζουν από την άλλη χώρα να πρέπει να επανεξετάσουν τα φορολογικά ζητήματα που τα αφορούν.

 

Από την κρίση του COVID-19 στην επανεκκίνηση της οικονομίας
Από την κρίση του COVID-19 στην επανεκκίνηση της οικονομίας
Read this article

 

Η προθεσμία παραγραφής των φορολογικών υποθέσεων διακόπτεται από την κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης και όχι από την έκδοσή της.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλλει φόρους και πρόστιμα διακόπτεται με τη νόμιμη κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης στο φορολογούμενο και όχι με μόνη την έκδοση της πράξης αυτής. Η αντίθετη διάταξη του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, η οποία ορίζει ότι η εν λόγω προθεσμία διακόπτεται μόνο με την έκδοση της πράξης, χωρίς να απαιτείται και η κοινοποίησή της για το σκοπό αυτό, κρίθηκε ανίσχυρη και άρα μη εφαρμοστέα, ως αντισυνταγματική. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι σε αντίθετη περίπτωση θα παραβιάζονταν οι αρχές της φανερής δράσης της διοίκησης και της ασφάλειας δικαίου, καθώς η διακοπή της παραγραφής θα συνδεόταν με χρονικό σημείο άγνωστο στο φορολογούμενο. Οι εν λόγω αποφάσεις επικύρωσαν προηγούμενες σχετικές αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών μετά τη δημοσίευση των οποίων η Φορολογική Διοίκηση είχε ήδη εκδώσει οδηγίες προς τα ελεγκτικά κέντρα, ούτως ώστε οι πράξεις επιβολής φόρων και προστίμων να κοινοποιούνται εντός της (πενταετούς κατ’ αρχήν) προθεσμίας παραγραφής. Αποτέλεσμα της κρίσης του ΣτΕ είναι ότι τα αποτελέσματα φορολογικών ελέγχων που είχαν προηγηθεί και κατά τους οποίους οι καταλογιστικές πράξεις κοινοποιήθηκαν με την παρέλευση της προθεσμίας παραγραφής αναμένεται να ανατραπούν. (ΣτΕ 616-618/2021).

Δεν αποδεικνύεται άτυπη δωρεά χρημάτων με μόνη την πίστωση του τραπεζικού λογαριασμού ενός προσώπου με αντίστοιχη χρέωση του ατομικού λογαριασμού άλλου προσώπου.

Εφόσον, η ελεγκτική αρχή, η οποία φέρει το βάρος της απόδειξης, δεν απέδειξε ότι η μεταφορά του εν λόγω χρηματικού ποσού έγινε από χαριστική αιτία (animus donandi) αλλά στηρίχθηκε για τον καταλογισμό του φόρου στην στιγμιαία και βραχυχρόνια επαύξηση της περιουσίας της προσφεύγουσας. Δεν συντρέχει «αληθής» απόκτηση περιουσιακών στοιχείων, καθώς η μεταφορά του χρηματικού ποσού έγινε για την εκπλήρωση οικογενειακών υποχρεώσεων (πληρωμή φόρων της θυγατέρας). Εντύπωση προκαλεί πως αιτία του ελέγχου αποτέλεσε, η έρευνα κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών της προσφεύγουσας από την ανάλυση των οποίων πρόκυπτε παροχή χρηματικού ποσού μικρότερου των 5 χιλ. € (ΔΕΔ Θες/νίκης 738/2020).