insight featured image
Contents

Γνωρίζετε ότι...

 

Το ΣτΕ με δύο ρηξικέλευθες αποφάσεις του έκρινε ότι έντοκα χρηματικά δάνεια χορηγούμενα, έστω και ευκαιριακά, από ήδη υποκείμενο σε ΦΠΑ (επιχειρήσεις) απαλλάσσονται από την επιβολή τελών χαρτοσήμου.

Πρόκειται για δύο πολύ σημαντικές αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν και μεταβάλλουν την πρακτική που ακολουθούνταν το προηγούμενο χρονικό διάστημα τόσο από τους φορολογούμενους όσο και από την Φορολογική Διοίκηση. Πιο συγκεκριμένα, το ΣτΕ δέχθηκε ότι έντοκα δάνεια από υποκείμενο στο φόρο απαλλάσσονται από την επιβολή τελών χαρτοσήμου, δεδομένου ότι οι τόκοι ως αντάλλαγμα βρίσκονται στο πεδίο του και απαλλάσσονται από τον φόρο αυτό. Οι προϋποθέσεις για την απαλλαγή: (α) δάνεια που παρέχονται από υποκείμενο στον ΦΠΑ, (β) εντόκως όπου ο τόκος αποτελεί το αντάλλαγμα για την παροχή της πίστωσης και (γ) ακόμα και ευκαιριακά, χωρίς δηλαδή η παροχή πιστώσεων να αποτελεί κύρια δραστηριότητα του δανειοδότη. Μάλιστα, η διατύπωση του ΣτΕ κρίνεται ως αρκετά γενική ώστε με απόλυτο τρόπο καταργεί την επιβολή τελών χαρτοσήμου στα δάνεια που πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι με τις αποφάσεις του ΣτΕ, η επιβολή των τελών χαρτοσήμου κρίνεται παράνομη σε δάνεια που χορηγήθηκαν από 01-01-1987, γεγονός που δίνει την δυνατότητα στις επιχειρήσεις να αναζητήσουν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα τέλη χαρτοσήμου σύμφωνα με τους κανόνες περί παραγραφής και ακολουθώντας την θεσπισθείσα διοικητική και δικαστική διαδικασία. Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ως εξόχως σημαντική για τον χώρο του φορολογικού δικαίου καθώς επιλύεται ένα ζήτημα που διαχρονικά απασχολούσε την ελληνική νομολογία και προκαλούσε ανασφάλεια στις ελληνικές επιχειρήσεις ενώ παράλληλα διευκολύνεται η χρηματοδότησή τους από την στιγμή που απαλλάσσονται από ένα πρόσθετο κόστος κατά την προσπάθεια άντλησης κεφαλαίων. (ΣτΕ 2163/2020 και 2323/2020).


Αποσαφηνίζεται το καθεστώς φορολόγησης των stock options με πρόσφατη εγκύκλιο της ΑΑΔΕ:

Ο χρόνος χορήγησης του δικαιώματος (“grant”) είναι η αφετηρία για τον υπολογισμό της ελάχιστης περιόδου 2 ετών (ή 3 ετών για τις start – ups), η οποία αποτελεί προϋπόθεση ώστε η ωφέλεια από την χορήγηση των stock options να φορολογηθεί ως εισόδημα από υπεραξία με συντελεστή 15% (ή 5%, για τις start -ups) και όχι σαν εισόδημα από μισθωτή εργασία. Επιπλέον, ως χρόνος φορολόγησης της ωφέλειας που προέκυψε κατά την άσκηση του δικαιώματος λαμβάνεται ο χρόνος της μετέπειτα μεταβίβασης των μετοχών που αποκτήθηκαν. Ειδικότερα, εφόσον έχει παρέλθει η ελάχιστη περίοδος των 2 ετών από την χορήγηση του δικαιώματος μέχρι την μεταβίβαση των μετοχών, η ωφέλεια χαρακτηρίζεται ως εισόδημα από υπεραξία και υπόκειται σε φόρο εισοδήματος με συντελεστή 15%, πλέον της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης. Αντίθετα εάν οι μετοχές διακρατηθούν για διάστημα μικρότερο των 2 ετών (ή 3 ετών για τις start - ups, αντίστοιχα), η ωφέλεια αποτελεί εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες («παροχή σε είδος») και φορολογείται βάσει της σχετικής κλίμακας (έως 44%) (Ε. 2208 /24-12-2020).

 

Μεταρρυθμίσεις, Επενδύσεις και Ανάπτυξη: Μπορούμε;
Μεταρρυθμίσεις, Επενδύσεις και Ανάπτυξη: Μπορούμε;
Read this article


Ο χρόνος μεταβίβασης των μετοχών που έχουν διατεθεί δωρεάν στον εργαζόμενο (“stock awards”) είναι ο χρόνος φορολόγησης:

Ο χρόνος διάθεσης των μετοχών ορίζεται ως χρόνος γένεσης της φορολογητέας ωφέλειας. Πλην όμως, η φορολογική υποχρέωση για τον δικαιούχο (εργαζόμενο, εταίρο ή μέτοχο) αναβάλλεται έως την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών. Επιπλέον, η ωφέλεια που θα προκύψει κατά την διάθεση των μετοχών, αποτελεί εισόδημα από υπεραξία που υπόκειται σε φόρο εισοδήματος με συντελεστή 15% (ή 5% για τις start – ups), οποτεδήποτε και αν μεταβιβαστούν οι μετοχές μετά την δωρεάν απόκτηση τους. Σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των παραπάνω νέων διατάξεων για τα stock options και τα stock awards, οι ίδιες ευνοϊκές φορολογικές διατάξεις δύνανται να εφαρμοστούν σε stock options που χορηγούνται ή μετοχές που διατίθενται τόσο από ημεδαπές όσο και από αλλοδαπές συνδεδεμένες εταιρείες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο.


Το ΣτΕ έκρινε ότι μόνο η ύπαρξη εν ισχύ σύμβασης εργασίας με ελληνική εταιρεία δεν επαρκεί για να χαρακτηριστεί ο εργαζόμενος ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδας.

Ειδικότερα, φορολογούμενη τα τελευταία δύο χρόνια είχε λάβει άδεια άνευ αποδοχών από ελληνική εταιρεία ενώ παράλληλα διέμενε σε μισθωμένο ακίνητο στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου και εργαζόταν. Η φορολογούμενη, εκτιμώντας ότι πλέον έχει καταστεί φορολογική κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου, προκειμένου να τακτοποιήσει την φορολογική της κατάσταση στην Ελλάδα, αιτήθηκε την μεταφορά του Α.Φ.Μ. της στην Δ.Ο.Υ. Κατοίκων Εξωτερικού συνυποβάλλοντας μεταξύ άλλων Πιστοποιητικό Φορολογικής Κατοικίας από την αρμόδια Αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου. Παρά την αρχική απόρριψη του αιτήματός της καθώς η ελληνική Φορολογική Αρχή θεώρησε ότι η εν ισχύ σύμβαση εργασίας αρκεί ως τυπικό κριτήριο για να προσδιοριστεί ο τόπος των ζωτικών συμφερόντων, το ΣτΕ με απόφασή του δέχθηκε την αίτηση ακύρωσης της φορολογούμενης. Εστιάζοντας στην απόφαση του ΣτΕ παρατηρούμε με ενδιαφέρον την άποψη που διατυπώνεται ότι δηλαδή προκειμένου να χαρακτηριστεί η αιτούσα την ακύρωση ως φορολογική κάτοικος Ελλάδας, δεν αρκεί μόνο το γεγονός ότι υπάρχει εν ισχύ σύμβαση εργασίας με ελληνική εταιρεία, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμηθούν όλα τα επιμέρους πραγματικά περιστατικά όπως ενδεικτικά η ύπαρξη στέγης, η φυσική παρουσία του φορολογούμενου και των μελών της οικογένειάς του, ο τόπος άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, ο τόπος των περιουσιακών συμφερόντων, ο τόπος των διοικητικών δεσμών με τις δημόσιες αρχές και φορείς και ο τόπος ανάπτυξης πολιτικών, πολιτισμικών ή άλλων δραστηριοτήτων (ΣτΕ 1628/2020).