Φοροδοξίες, 11.04.2026
ΦΟΡΟΔΟΞΙΕΣΤέθηκε υπό δημόσια διαβούλευση νομοσχέδιο με το οποίο θεσπίζεται ο θεσμός της Φορολογικής Δεσμευτικής Απάντησης (Φ.Δ.Α.) από τη Φορολογική Διοίκηση.

Η φορολογική αρχή είχε κρίνει ότι τα τιμολόγια διόρθωσης ενδοομιλικών συναλλαγών ήταν αόριστα και ουσιαστικά αποτελούσαν μεταφορά κερδών προς το άλλο κράτος της μητρικής. Η χρέωση συνιστούσε αναπροσαρμογή τιμών πωλήσεως για τήρηση της αρχής των ίσων αποστάσεων (arm's length principle) και δεν ήταν νέα δαπάνη. Σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου, δεν αποδείχθηκε ο σύνδεσμος και η αντιστοιχία των επιπλέον χρεώσεων με το κόστος των εμπορεύσιμων προϊόντων, και ότι δεν κατέστη δυνατή η επαλήθευση της αιτίας των ενδοομιλικών δαπανών. Υπέρ της φορολογικής αρχής έκρινε το ΣτΕ ότι ούτε από το περιεχόμενο των τιμολογίων ούτε από τις εγγραφές στο βιβλίο αποθήκης ούτε από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο προέκυπτε ότι οι επιπλέον χρεώσεις αφορούσαν πράγματι σε διορθώσεις τιμών ορισμένου είδους συναλλαγών και σε ποιά έκταση (ΣτΕ 966/2025).
Σε πρόσφατη απόφασή του το ΣτΕ εξέτασε υπόθεση που αφορούσε την εισφορά ακινήτου από μια εταιρία σε άλλη, στο πλαίσιο εταιρικού μετασχηματισμού, με επίκληση του Ν.Δ. 1297/1972, ο οποίος προβλέπει απαλλαγή από τον φόρο μεταβίβασης ακινήτου. Βασική προϋπόθεση για τη συγκεκριμένη απαλλαγή είναι το ακίνητο να χρησιμοποιηθεί για εταιρικούς σκοπούς επί πέντε χρόνια. Η φορολογική αρχή έκρινε ότι η προϋπόθεση αυτή δεν τηρήθηκε, επομένως η απαλλαγή έπρεπε να αρθεί και να καταβληθεί ο οφειλόμενος φόρος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, για τον υπολογισμό του φόρου, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη η αντικειμενική αξία του ακινήτου όταν αυτό βρίσκεται σε περιοχή όπου ισχύει το αντικειμενικό σύστημα. Η αντικειμενική αξία μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο από τον φορολογούμενο και μόνο προς τα κάτω. Το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση της ΑΑΔΕ, επικυρώνοντας την κρίση του Διοικητικού Εφετείου ότι ο φόρος έπρεπε να υπολογιστεί βάσει της αντικειμενικής αξίας και όχι της πολύ υψηλότερης αποτίμησης της ειδικής Επιτροπής εμπειρογνωμόνων, η οποία αφορά εταιρικούς και όχι φορολογικούς σκοπούς (ΣτΕ 1591/2025).
Έπειτα από φορολογικό έλεγχο σε φορολογούμενη για προσαύξηση περιουσίας λόγω αποστολής εμβασμάτων στο εξωτερικό, η φορολογική διοίκηση επέβαλε, πέραν του κύριου φόρου, πρόσθετο φόρο λόγω ανακριβούς δήλωσης που ανήλθε σε ποσοστά από 76% έως 102%. Η φορολογούμενη προσέφυγε στα διοικητικά δικαστήρια, προβάλλοντας ότι πρέπει να εφαρμοστεί η νεότερη και ευνοϊκότερη διάταξη που προβλέπει πρόσθετο φόρο 50%, ισχυρισμός που έγινε δεκτός από το διοικητικό εφετείο. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων άσκησε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβούλιο της Επικρατείας, υποστηρίζοντας ότι η εφαρμογή της ευνοϊκότερης διάταξης προϋποθέτει αποδοχή της παράβασης, παραίτηση από την προσφυγή και άμεση καταβολή της οφειλής. Το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση, κρίνοντας ότι η αναδρομική εφαρμογή της ελαφρύτερης κύρωσης απορρέει από την αρχή της αναλογικότητας και δεν μπορεί να εξαρτάται από προϋποθέσεις που περιορίζουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (ΣτΕ 1582/2025).
Ο φορολογικός έλεγχος καταλόγισε σε εταιρία φόρο ακίνητης περιουσίας (ΦΑΠ) και πρόσθετο φόρο λόγω ανακριβούς δήλωσης για το φορολογικό έτος 2009. Το Διοικητικό Εφετείο κάνοντας δεκτούς τους ισχυρισμούς της φορολογουμένης, έκρινε ότι η δεκαετής παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου προς καταλογισμό του ΦΑΠ παραβιάζει την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, στην περίπτωση που έχει υποβληθεί δήλωση από τον φορολογούμενο. Το ΣτΕ επικυρώνοντας την απόφαση του Εφετείου έκρινε ότι η δεκαετής προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή του ΦΑΠ και για την περίπτωση της υποβολής δήλωσης εκπρόθεσμης ή ανακριβούς, αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου ώστε να αποφανθεί για το υπό κρίση ζήτημα της αντισυνταγματικότητας (ΣτΕ 141/2026).
Εγγραφείτε στις ενημερώσεις μας
Τέθηκε υπό δημόσια διαβούλευση νομοσχέδιο με το οποίο θεσπίζεται ο θεσμός της Φορολογικής Δεσμευτικής Απάντησης (Φ.Δ.Α.) από τη Φορολογική Διοίκηση.
Συνταγματικό το τεκμήριο ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα. Οι αιτούντες ισχυρίστηκαν ενώπιον του ΣτΕ ότι το τεκμήριο ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα είναι αντισυνταγματικό.
Η απόδειξη των πραγματικών δεδομένων μέσω έμμεσων στοιχείων υπερισχύει του τεκμηρίου ισομερούς κατανομής στους κοινούς λογαριασμού.