Φοροδοξίες, 31.05.2026
ΦΟΡΟΔΟΞΙΕΣΕκπίπτει κατά προτεραιότητα ο φόρος που καταβλήθηκε στην Κύπρο από τον αναλογούντα ελληνικό φόρο.
07 Ιουν 20264 λεπ. ανάγνωσης

Η φορολογική αρχή απέρριψε την εκπεσιμότητα των δαπανών λόγω ανεπαρκούς αιτιολόγησης και αοριστίας των τιμολογίων ως προς την περιγραφή των υπηρεσιών, θεωρώντας ότι δεν τεκμηριώνεται επαρκώς η παροχή τους. Η εταιρία υποστήριξε ότι τα τιμολόγια παραπέμπουν σε συγκεκριμένη σύμβαση που προσδιορίζει αναλυτικά το αντικείμενο της συναλλαγής και ότι δεν απαιτείται επανάληψη της περιγραφής στο τιμολόγιο. Το Διοικητικό Εφετείο έκανε δεκτή τη θέση της φορολογικής αρχής και έκρινε τις δαπάνες μη εκπεστέες, χωρίς περαιτέρω έλεγχο της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών. Αντιθέτως, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η παραπομπή σε σαφή σύμβαση μπορεί να επαρκεί για την περιγραφή, εφόσον από αυτήν προκύπτει με σαφήνεια το αντικείμενο της παροχής. Επισήμανε ότι κρίσιμο είναι η ουσιαστική πραγματοποίηση των υπηρεσιών και όχι η τυπική πληρότητα του τιμολογίου (ΣτΕ 358/2026).
Η υπόθεση αφορούσε εταιρία εμπορίας τροφίμων, η οποία πραγματοποίησε σημαντικό μέρος των πωλήσεών της σε τιμές χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής ή αγοράς. Η φορολογική αρχή θεώρησε ότι οι αντίστοιχες δαπάνες ήταν μη παραγωγικές, επειδή δεν απέφεραν κέρδος, και αρνήθηκε την έκπτωσή τους από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης, επιβάλλοντας πρόσθετους φόρους και προσαυξήσεις. Ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε τη θέση αυτή, επισημαίνοντας ότι για να χαρακτηριστεί μια δαπάνη παραγωγική δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι οδήγησε άμεσα σε αύξηση εσόδων ή κερδών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι πωλήσεις κάτω του κόστους μπορεί να αποτελούν μέρος της εμπορικής στρατηγικής μιας επιχείρησης, για λόγους ανταγωνισμού, προώθησης προϊόντων ή διατήρησης πελατείας. Συνεπώς, η φορολογική αρχή δεν μπορεί να ελέγχει τη σκοπιμότητα των επιχειρηματικών επιλογών, εφόσον δεν διαπιστώνεται παρανομία ή ανακρίβεια στα φορολογικά στοιχεία (ΣτΕ 1233/2024).
Με πρόσφατο νομοθέτημα, παρασχέθηκαν διευκρινίσεις και θεσπίστηκαν αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού του Τέλους υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Το εν λόγω Τέλος επιβάλλεται στις ανώνυμες εταιρίες κατά τη σύσταση ή την αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου και συνίσταται σε ποσοστό 0,1% επί του ποσού του αρχικού κεφαλαίου ή οποιασδήποτε μεταβολής αυτού. Η βασική μεταβολή αφορά τη σημαντική διεύρυνση της βάσης υπολογισμού και επιβολής, καθώς πλέον το Τέλος δεν εφαρμόζεται μόνο στην ονομαστική αξία των μετοχών, αλλά και σε κάθε πρόσθετη αξία που προκύπτει από την έκδοσή τους, ήτοι την υπέρ το άρτιο αξία αυτών. Έτσι, καταργείται η προηγούμενη αμφισβήτηση σχετικά με το αν η υπέρ το άρτιο αξία υπόκειται ή όχι σε Τέλος. Οι νέες διατάξεις διευκρινίζουν επίσης, ότι σε εταιρικούς μετασχηματισμούς, όπως συγχωνεύσεις, διασπάσεις και μετατροπές, το Τέλος οφείλεται και υπολογίζεται επί της συνολικής αποτιμημένης αξίας των περιουσιακών στοιχείων που εισφέρονται κάθε φορά, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση και στο ποσό της προκύπτουσας υπεραξίας. Παράλληλα, αποσαφηνίστηκε ότι το Τέλος δεν εμπίπτει στις απαλλαγές λόγω αναπτυξιακών κινήτρων, καθιστώντας την επιβάρυνση οριζόντια και καθολική.
Ο φορολογικός έλεγχος καταλόγισε σε εταιρία πρόστιμα ΦΠΑ λόγω λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατά τις διαχειριστικές περιόδους 2005 έως 2009. Ο Πρόεδρος του ΔΣ της εταιρίας κλήθηκε με ατομικές ειδοποιήσεις χρεών να καταβάλει ως αλληλεγγύως συνευθυνόμενος τα καταλογισθέν ποσό. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του φορολογουμένου, οι οποίοι όμως έγιναν δεκτοί από το Διοικητικό Εφετείο το οποίο έκρινε ότι ο Πρόεδρος του Δ.Σ. δεν φέρει, υπό την ιδιότητά του αυτή, προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη για τις φορολογικές οφειλές της εταιρίας, εκτός εάν έχει ορισθεί ως υποκατάστατο όργανο. Το ΣτΕ επικύρωσε την απόφαση του Εφετείου κρίνοντας ότι η ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. δεν περιλαμβάνεται ρητώς σε αυτές που συνεπάγονται αλληλέγγυα ευθύνη και εφόσον δεν φέρει μία από τις περιοριστικά αναφερόμενες στον νόμο ιδιότητες, δεν συντρέχει αλληλέγγυα ευθύνη για οφειλές της εταιρίας από πρόστιμα ΦΠΑ, έστω και αν του έχουν ανατεθεί ειδικά καθήκοντα εκπροσώπησης ενώπιον των φορολογικών αρχών (ΣτΕ 2482/2025).
Εγγραφείτε στις ενημερώσεις μας
Εκπίπτει κατά προτεραιότητα ο φόρος που καταβλήθηκε στην Κύπρο από τον αναλογούντα ελληνικό φόρο.
Ως κρίσιμος χρόνος φορολόγησης της προσαύξησης περιουσίας ορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο το ποσό εισήλθε στην περιουσία του φορολογουμένου.
Τα διορθωτικά τιμολόγια ενδοομιλικών συναλλαγών πρέπει να τεκμηριώνονται. Η φορολογική αρχή είχε κρίνει ότι τα τιμολόγια διόρθωσης ενδοομιλικών συναλλαγών ήταν αόριστα και ουσιαστικά αποτελούσαν μεταφορά κερδών προς το άλλο κράτος της μητρικής.