insight featured image
Contents

Γνωρίζετε ότι...

Αιτήματα φορολογουμένων για αναδρομική μεταβολή φορολογικής κατοικίας, σε περίπτωση που υποβάλλονται μετά το έτος που ακολουθεί το έτος αναχώρησής τους, δεν πρέπει να απορρίπτονται, δεδομένης της ύπαρξης ειδικής προς τούτο νομοθετικής ρύθμισης.

Έχει παρατηρηθεί μερικές φορές ότι η αναδρομική μεταβολή φορολογικής κατοικίας δεν γίνεται δεκτή από κατά τόπους Δ.Ο.Υ. Υποστηρίζεται απ’ αυτές ότι τα αιτήματα των φορολογουμένων για τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας τους πρέπει να υποβάλλονται εντός του επόμενου έτους από εκείνο κατά το οποίο μεταβλήθηκε η κατοικία τους. Κι αυτό γιατί αφενός η προβλεπόμενη διαδικασία (κατάθεση αιτήσεως και δικαιολογητικών εγγράφων στην αρμόδια φορολογική αρχή) δεν κρίνεται ως ιδιαιτέρως δυσχερής και αφετέρου διότι υφίσταται ανάγκη να εξυπηρετηθεί η σταθερότητα της κατάστασης των φορολογουμένων, η οποία δήθεν πλήττεται από τη μεταβολή φορολογικής κατοικίας σε χρόνο μεταγενέστερο της εκκαθάρισης των φορολογικών δηλώσεων που έχουν υποβάλει για το έτος για το οποίο αιτούνται τη μεταβολή. Συμπερασματικά για το σκεπτικό αυτό, ακόμη και αν από τα προσκομισθέντα δικαιολογητικά έγγραφα αποδεικνύεται η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων που θεμελιώνουν τη μεταβολή φορολογικής κατοικίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αίτημα. Ο ανεπιεικής αυτός χρονικός περιορισμός που τίθεται στους ενδιαφερομένους έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ΠΟΛ 1177/2014, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και ρυθμίζει τη διαδικασία αιτημάτων μεταβολής φορολογικής κατοικίας που κατατίθενται μετά την 31 Δεκεμβρίου του έτους που ακολουθεί το έτος αναχώρησης των φορολογουμένων. Σε επανειλημμένη προς τούτο επικοινωνία μας με τους αρμόδιους υπαλλήλους της κεντρικής φορολογικής διοίκησης, εκείνοι μας διαβεβαίωσαν ότι εξακολουθούν να θεωρούν επιτρεπτή την αναδρομική μεταβολή φορολογικής κατοικίας, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Δεν είναι νόμιμη η απόρριψη της φορολογικής διοίκησης επί αιτήματος μεταβολής φορολογικής κατοικίας σιωπηρά, χωρίς παράθεση αιτιολογίας.

Κατ’ αρχήν, η φορολογική διοίκηση φέρει το βάρος να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη φορολογική κατοικία ενός φυσικού προσώπου. Ωστόσο, σε περίπτωση που φορολογούμενος αιτηθεί τη μεταβολή της φορολογικής του κατοικίας (η οποία έχει διατηρηθεί σε συγκεκριμένη δικαιοδοσία για μεγάλο χρονικό διάστημα), εκείνος επιφορτίζεται με την υποχρέωση να αποδείξει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς του προσκομίζοντας αντίστοιχα δικαιολογητικά έγγραφα. Ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση όμως, εάν η διοίκηση απορρίψει το εν λόγω αίτημα, υποχρεούται να παραθέσει ειδική αιτιολογία προς υποστήριξη της απορριπτικής αυτής κρίσης της και να συνεκτιμήσει όλα τα στοιχεία που ο φορολογούμενος προσκομίζει για την απόδειξη της κατοικίας του. Κατά συνέπεια, σιωπηρή άρνηση της φορολογικής διοίκησης επί υποβολής αιτήματος μεταβολής φορολογικής κατοικίας κρίνεται ως μη νόμιμη (ΣτΕ 242/2021).


Ο ανηφορικός δρόμος προς το “Net Zero”
Ο ανηφορικός δρόμος προς το “Net Zero”
Read this article



Τη δημοσιοποίηση των φόρων που καταβάλλουν οι μεγάλες πολυεθνικές στα επιμέρους κράτη μέλη ενέκρινε η Ευρωβουλή.

Το μέτρο υιοθετείται στο πλαίσιο επιδίωξης της μεγαλύτερης δυνατής διαφάνειας και καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και καταλαμβάνει πολυεθνικές εταιρείες (και τις θυγατρικές τους) που εμφανίζουν ετήσια έσοδα άνω των 750 εκατομμυρίων ευρώ. Στην υποχρέωση δημοσιοποίησης συμπεριλαμβάνονται συνδυαστικά στοιχεία, όπως ο αριθμός των εργαζομένων, το ύψος των κερδών προ φόρου εισοδήματος, το ύψος του οφειλόμενου και καταβαλλόμενου φόρου εισοδήματος και τα συσσωρευμένα κέρδη. Η δημοσιοποίηση θα λαμβάνει χώρα σε ευανάγνωστη διαδικτυακή μορφή επί διαδικτυακού τόπου που θα αξιοποιηθεί για αυτόν τον σκοπό και θα είναι προσβάσιμη από όλους. Ως τώρα οι υπαγόμενες εταιρείες είχαν την υποχρέωση παροχής των εν λόγω στοιχείων μόνο στις αρμόδιες φορολογικές αρχές. Πλέον όμως επιδιώκεται να καταστούν διαφανή τα στοιχεία αυτά και να τεθούν στη διάθεση πολιτών και επενδυτών εν γένει, προκειμένου να μπει τέλος στο μανδύα της μυστικότητας σχετικά με το μέγεθος των πολυεθνικών, τον τόπο δραστηριοποίησής τους και τους φόρους που πληρώνουν.

Ως χρόνος κτήσης εισοδήματος τόκων υπερημερίας που επιδικάσθηκαν ως αποζημίωση θεωρείται ο χρόνος έκδοσης της δικαστικής απόφασης.

Πιο συγκεκριμένα, φορολογούμενος, κατόπιν δικαστικής απόφασης, εισέπραξε ποσό κεφαλαίου καθώς και ποσό τόκων υπερημερίας για το χρονικό διάστημα 1997-2019. Η Φορολογική Διοίκηση προκειμένου να υπολογίσει την Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης έλαβε υπ’ όψιν το εν λόγω εισόδημα από τόκους υπερημερίας στο έτος 2019. Ο φορολογούμενος προσέφυγε στην Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών θεωρώντας ότι δεν μπορεί να καταλογιστεί Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης για αποκτηθέν εισόδημα (με την έννοια της δημιουργίας αξίωσης προς είσπραξη) προ του φορολογικού έτους 2011, λόγω μη ύπαρξης του εν λόγω φόρου και αιτήθηκε από το ποσό επί του οποίου επιβάλλεται η Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης να αφαιρεθεί το ποσό των τόκων που αντιστοιχούν στα φορολογικά έτη 1997-2010. Η Φορολογική Διοίκηση έκρινε ότι χρόνος κτήσης του εν λόγω εισοδήματος ήταν το 2019, καθώς τότε εκδόθηκε η δικαστική απόφαση που τους επιδίκασε. Απέρριψε, συναφώς, την ενδικοφανή προσφυγή του φορολογουμένου και επικύρωσε τη θέση του φορολογικού ελέγχου, δηλαδή το συνυπολογισμό των τόκων υπερημερίας μαζί με τα υπόλοιπα εισοδήματα της χρήσης 2019, προκειμένου να προκύψει το οφειλόμενο ποσό Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης (ΔΕΔ Α 1473/2021).