Φοροδοξίες, 06.09.2026
ΦΟΡΟΔΟΞΙΕΣΗ παραγραφή για καταλογισμό φόρου σε προσαύξηση εισοδήματος που προκύπτει από λογαριασμούς αλλοδαπής δεν παρατείνεται όταν τα στοιχεία είναι ήδη γνωστά στη φορολογική αρχή.
27 Σεπ 2026 5 λεπ. ανάγνωσης

Το σχέδιο νόμου προβλέπει την τροποποίηση του Αναγκαστικού Νόμου 89/1967 που διέπει τις αλλοδαπές εμπορικές εταιρίες και εταιρίες παροχής υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα και οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες αποκλειστικά προς εταιρίες του ίδιου ομίλου ή αλλοδαπές συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, το φορολογητέο εισόδημα μιας εταιρίας προσδιορίζεται με τη μέθοδο cost-plus, δηλαδή με την προσθήκη στα συνολικά έξοδα της εταιρίας ενός περιθωρίου κέρδους, το οποίο υπόκειται σε νομοθετικά καθορισμένο κατώτατο όριο 5% και σε περιοδική επανεξέταση ανά πενταετία. Το σχέδιο νόμου δεν μεταβάλλει τη βασική αυτή μέθοδο προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος αλλά περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της. Ειδικότερα ορίζει ότι μόνο έσοδα που εισπράττονται μέσω τραπεζικών εμβασμάτων από το εξωτερικό, για υπηρεσίες που παρέχονται σε λήπτες που βρίσκονται στο εξωτερικό, θα υπάγονται στον κανόνα προσδιορισμού με τη μέθοδο cost-plus.
Στην υπόθεση, δύο γερμανικές εταιρίες, μητρικές ελληνικής ανώνυμης εταιρίας, ζήτησαν την επιστροφή φόρου. Οι αναιρεσίουσες εταιρίες υποστηρίξαν ότι ο φόρος που καταβλήθηκε από την ελληνική θυγατρική επί των διανεμηθέντων μη φορολογηθέντων κερδών συνιστούσε απαγορευμένη παρακράτηση φόρου στην πηγή κατά την Οδηγία 2011/96/ΕΕ. Το ΣτΕ, ακολουθώντας τη μεταγενέστερη νομολογία του ΔΕΚ/ΔΕΕ, έκρινε ότι αποτελεί φόρο εισοδήματος της ίδιας της διανέμουσας θυγατρικής και όχι φόρο που επιβάλλεται στη μητρική εταιρία ως λήπτρια του μερίσματος. Συνεπώς, δεν συνιστά παρακράτηση φόρου στην πηγή κατά την Οδηγία Μητρικών – Θυγατρικών και οι μητρικές εταιρίες δεν νομιμοποιούνται να ζητήσουν την επιστροφή του. Παράλληλα, το ΣτΕ έκρινε ότι η προγενέστερη αντίθετη νομολογία του δεν μπορεί πλέον να τύχει εφαρμογής υπό το φως της νεότερης νομολογίας του ΔΕΚ/ΔΕΕ (ΣτΕ 37/2026).
Φορολογούμενος, σε βάρος του οποίου είχαν εκδοθεί καταλογιστικές πράξεις φόρων και προστίμων κατόπιν φορολογικού ελέγχου, προσέφυγε ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και πέτυχε μερική αναστολή εκτέλεσής τους. Μετά τη δικαστική ακύρωση των πράξεων επιβολής προστίμων, ζήτησε την έντοκη επιστροφή των καταβληθέντων ποσών. Η φορολογική αρχή, αντί της επιστροφής τους, προέβη σε αυτεπάγγελτο συμψηφισμό με άλλες βεβαιωμένες οφειλές του προς το Δημόσιο. Ο φορολογούμενος αμφισβήτησε τη νομιμότητα του συμψηφισμού, προβάλλοντας ότι η προηγηθείσα δικαστική αναστολή απέκλειε τη δυνατότητα αυτή και ότι η μη απόδοση των ποσών προσέβαλλε το περιουσιακό του δικαίωμα. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν συνιστά μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά τρόπο απόσβεσης αμοιβαίων, βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων και, ως εκ τούτου, δεν κωλύεται από αναστολή που αφορά την είσπραξη ή τη λήψη μέτρων εκτέλεσης, εφόσον αυτή δεν ανάγεται στην ίδια την ύπαρξη της οφειλής. Περαιτέρω, έκρινε ότι ο συμψηφισμός δεν συνιστά στέρηση ή υπέρμετρο περιορισμό της περιουσίας του φορολογουμένου και απέρριψε την αίτηση αναίρεσης (ΣτΕ 485/2026).
Η υπόθεση αφορά καταλογισμό ποσού ως προσαύξηση περιουσίας λόγω αποστολής σημαντικών εμβασμάτων στο εξωτερικό, τα οποία η φορολογική αρχή έκρινε ότι δεν καλύπτονταν από δηλωθέντα εισοδήματα και τα φορολόγησε ως εισόδημα της χρήσης κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν τα εμβάσματα. Η φορολογούμενη προέβαλε ότι τα επίμαχα ποσά προέρχονταν από κεφάλαια προηγούμενων ετών και όχι από εισόδημα της κρίσιμης χρήσης, χωρίς όμως να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της από το Διοικητικό Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι νομίμως φορολογήθηκαν κατά το έτος αποστολής τους. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η προσέγγιση αυτή αντίκειται στην πάγια νομολογία, σύμφωνα με την οποία η μεταφορά χρημάτων μεταξύ λογαριασμών του ίδιου προσώπου δεν συνιστά κατ’ αρχήν προσαύξηση περιουσίας, και κρίσιμος χρόνος για τη φορολόγηση δεν είναι ο χρόνος του εμβάσματος, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο το ποσό εισήχθη στην περιουσία του φορολογουμένου (ΣτΕ 157/2026).
Με την απόφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέτασε αίτηση αλλοδαπής εταιρίας κατά πράξης της φορολογικής διοίκησης, με την οποία είχε απορριφθεί αίτημά της για μεταβολή στοιχείων που είχαν καταχωρισθεί στο φορολογικό της μητρώο. Το Δικαστήριο έκρινε, καταρχάς, ότι η σχετική διαφορά έχει ακυρωτικό χαρακτήρα και υπάγεται στην αρμοδιότητά του, καθώς αφορά τη νομιμότητα καταχώρισης στοιχείων του φορολογικού μητρώου και δεν συνδέεται άμεσα με συγκεκριμένη φορολογική υποχρέωση. Ως προς την ουσία, το ΣτΕ έκρινε ότι η φορολογική διοίκηση δεν αιτιολόγησε επαρκώς και νομίμως την απόρριψη του αιτήματος καθώς περιορίστηκε σε γενικές διαπιστώσεις, χωρίς να εξετάσει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της εταιρίας σχετικά με τη δραστηριότητά της ούτε να αξιολογήσει τα στοιχεία που είχε προσκομίσει προς υποστήριξή τους. Έτσι, το Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη πράξη ως πλημμελώς και μη νομίμως αιτιολογημένη και ανέπεμψε την υπόθεση στη φορολογική διοίκηση, προκειμένου να το επανεξετάσει με ειδική, επαρκή και νόμιμη αιτιολογία (ΣΤΕ 1808/2024).
Εγγραφείτε στις ενημερώσεις μας
Η παραγραφή για καταλογισμό φόρου σε προσαύξηση εισοδήματος που προκύπτει από λογαριασμούς αλλοδαπής δεν παρατείνεται όταν τα στοιχεία είναι ήδη γνωστά στη φορολογική αρχή.
Η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο δεν στοιχειοθετεί άνευ ετέρου υποκείμενη σε φόρο άτυπη δωρεά.
Η ιδιότητα μέλους Δ.Σ. δεν αρκεί για την επιβολή διασφαλιστικών μέτρων χωρίς απόδειξη πραγματικής διοίκησης.