TRANSACTIONAL ADVISORY

Το περιεχόμενο και η σημασία της σύμβασης αγοροπωλησίας (SPA) για τους αντισυμβαλλομένους σε μία συναλλαγή Μ&Α

insight featured image
Contents

Στο σύγχρονο, παγκοσμιοποιημένο και έντονα ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον οι επιχειρήσεις, τόσο σε εθνικό, όσο και πολυεθνικό επίπεδο, προσπαθούν να αναπτυχθούν και να κερδοφορήσουν, είτε εκμεταλλευόμενες τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχουν έναντι άλλων επιχειρήσεων, είτε προβαίνοντας σε συνεργασίες και συνέργειες με άλλες επιχειρήσεις μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων (M&As).


Η σύμβαση αγοραπωλησίας

Η σύμβαση αγοραπωλησίας (Share Purchase Agreement/ SPA) είναι το νομικό έγγραφο που υπογράφεται μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή και βάση του οποίου ο αγοραστής αγοράζει και ο πωλητής πουλάει έναν συγκεκριμένο αριθμό μετοχών της επιχείρησης-στόχου.

Όταν μια επιχείρηση αποκτά όλο, ή σημαντικό μέρος, των μετοχών μιας επιχείρησης-στόχου, ο επενδυτής αποκτά επίσης τις υποχρεώσεις της. Κατά συνέπεια, μια συναλλαγή M&A συνοδεύεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων από την διενέργεια εκτεταμένου Due Diligence (financial, tax, operational, legal, technical, HR, κλπ.), όχι μόνο προς κατανόηση σε ποιες, αν υπάρχουν, υποχρεώσεις που θα εκτεθεί ο αποκτών, αλλά και να αποσαφηνίσει βασικές πληροφορίες σχετικά με τον πωλητή, όπως η πραγματική βάση περιουσιακών στοιχείων του (πάγια περιουσιακά στοιχεία, συμβόλαια, ανθρώπινοι πόροι και πελάτες, μεταξύ άλλων). To Due Diligence είναι ο θεμελιώδης έλεγχος ή έρευνα μιας επιχείρησης-στόχου που διενεργείται από έναν αγοραστή για τη συλλογή και την αξιολόγηση πληροφοριών που θα επηρεάσουν άμεσα την απόφαση για την απόκτησή του, είτε από έναν πωλητή, ο οποίος επιθυμεί την ανάδειξη των στοιχείων εκείνων που καθιστούν την εταιρεία του ελκυστική προς επένδυση, και η οποία θα λειτουργήσει υποστηρικτικά στη διαμόρφωση της αξίας συναλλαγής.

Μετά το πέρας και βάση των πορισμάτων του Due Diligence, κάθε επιτυχής συναλλαγή ολοκληρώνεται και επισφραγίζεται με την υπογραφή από τα αντισυμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης αγοραπωλησίας, η οποία αποτελεί την αμοιβαία γραπτή συμφωνία των όρων και προϋποθέσεων πώλησης των μετοχών μιας επιχείρησης-στόχου και προσδίδει νομική υπόσταση την συναλλαγή.


Βασικές ενότητες της σύμβασης αγοραπωλησίας

Προς καλύτερη κατανόηση, παρατίθενται τα βασικά δομικά στοιχεία και ενότητες μια τυπικής σύμβασης αγοραπωλησίας:

  • Γενικοί Ορισμοί (Definitions)
    Συγκεκριμένες έννοιες πρέπει να αποδίδονται σε συγκεκριμένες λέξεις στη σύμβαση ώστε να είναι ακριβείς ή να μεταβάλλουν την έννοια των λέξεων όπως χρησιμοποιούνται συνήθως σε συγκεκριμένους κλάδους ή βάσει των συμφραζόμενων. Οποιεσδήποτε λέξεις ή φράσεις με σημασίες που είναι κρίσιμες, διφορούμενες ή απαιτούν μακροσκελείς ορισμούς ή εξηγήσεις θα πρέπει να περιλαμβάνονται στην ενότητα ορισμών. Επιπλέον, απαιτούνται σαφείς ορισμοί σε λέξεις ή εκφράσεις χρηματοοικονομικού, νομικού ή τεχνικού περιεχομένου, όπως αυτές αναλύονται στο αντίστοιχο Due Dilligence.

  • Αγοραπωλησία Μετοχών (Sale and Purchase of Shares)
    Ως βασική ενότητα μιας σύμβασης αγοραπωλησίας καθορίζει τον αριθμό των μετοχών που θα αποκτηθούν καθώς και τα δικαιώματα, τίτλους ιδιοκτησίας και μερίδια συμμετοχών που αντιστοιχούν στις προς εξαγορά μετοχές. Αυτή η ενότητα θα πρέπει επίσης να καθορίζει την τιμή αγοράς για τις μετοχές και τον τρόπο πληρωμής τους (μετρητά, κινητές αξίες, ανάληψη χρέους ή υποχρεώσεων, ανταλλαγή περιουσιακών στοιχείων όπως ακίνητη περιουσία, προσωπική ιδιοκτησία, IP κ.λπ. ή συνδυασμός των ανωτέρω), καθώς και τον χρόνο και τον τόπο κλεισίματος της συναλλαγής. Από αυτήν την άποψη, θα πρέπει επίσης να διευκρινιστεί εάν η εκτέλεση του SPA και το κλείσιμο θα είναι ταυτόχρονη ή εάν θα υπάρχει χρονικό κενό μεταξύ εκτέλεσης και κλεισίματος (αναβαλλόμενο κλείσιμο).

  • Μηχανισμός Προσαρμογής της τιμής (Purchase price adjustments)
    Στις περισσότερες συναλλαγές M&A, η τιμή αγοράς καθορίζεται συνήθως σε σχέση με τις πιο πρόσφατες οικονομικές καταστάσεις ενός στόχου. Οι προσαρμογές των τιμών αγοράς προστατεύουν γενικά έναν αγοραστή από αλλαγές στην αξία του στόχου μεταξύ της ημερομηνίας αποτίμησης του στόχου και της ημερομηνίας κλεισίματος της συναλλαγής. Από αυτήν την άποψη, ο αγοραστής και ο πωλητής πρέπει να συμφωνήσουν σε μια μέθοδο αποτίμησης και να έχουν υιοθετήσει λογιστικές πολιτικές παρόμοιες ή που μπορούν να συμβιβαστούν. Στην πλειονότητα των συναλλαγών M&A οι μηχανισμοί προσαρμογής τιμής που προκρίνονται από τους συναλλασσόμενους είναι το Locked Box Mechanism και Completion Accounts Mechanism.

  • Επιπρόσθετο Τίμημα (Earnouts)
    Τo επιπρόσθετο τίμημα (Earnouts) συνήθως αποτελείται από ενδεχόμενες, πρόσθετες πληρωμές που μπορούν να γίνουν μετά το κλείσιμο της συναλλαγής και με βάση την ικανοποίηση ορισμένων ορόσημων (milestones) που σχετίζονται με τη μελλοντική απόδοση και λήγουν σε μια καθορισμένη ημερομηνία. Τα Earnouts μετριάζουν τον κίνδυνο απόκτησης για έναν αγοραστή και προσφέρουν στον πωλητή καλύτερη τιμή εάν επιτύχει τους στόχους που έχουν τεθεί. Τα κέρδη μπορεί να είναι οικονομικά (π.χ. επίτευξη μελλοντικών στόχων πωλήσεων) ή μη χρηματοοικονομικά (π.χ. βασικοί πελάτες του στόχου οι οποίοι διατηρούνται μετά τη συναλλαγή) και μπορούν να βοηθήσουν στη διαχείριση διαφωνιών σχετικά με την αξία του στόχου εάν, μεταξύ άλλων:
    • υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές προοπτικές,
    • πρόκειται για start-up εταιρεία με περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, αλλά έχει δυνατότητες ανάπτυξης,
    • ο πωλητής θα συνεχίσει να διαχειρίζεται την εταιρεία και ο αγοραστής θέλει να παρακινήσει τη μελλοντική απόδοση του πωλητή.

  • Χρηματικές Εγγυήσεις (Escrows)
    Το Escrow είναι μια ρύθμιση όπου ένα τρίτο μέρος (όπως ένα δικηγορικό γραφείο ή τράπεζα) κατέχει προσωρινά και είναι υπεύθυνο για τα περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονται με μια συναλλαγή έως ότου αυτή κλείσει για να παρέχει ασφάλεια στα μέρη. Στην περίπτωση των M&As, το σύνολο ή μέρος της τιμής αγοράς μπορεί να τοποθετηθεί σε Escrow για να εξασφαλίσει τα συμφέροντα των μερών.

  • Material adverse effect (MAE)
    Το Material adverse effect (MAE) χρησιμοποιείται για τον καθορισμό ενός ορίου για τη μέτρηση της αρνητικής επίδρασης ενός συμβάντος στην επιχείρηση-στόχο. Ένας αγοραστής επιδιώκει προστασία κατά την απόκτηση μιας επιχείρησης της οποίας τα χρηματοοικονομικά στοιχεία έχουν αλλάξει ουσιαστικά από την εκτέλεση του SPA (συνήθως όταν υπάρχει deferred closing). Τα ΜΑΕ χρησιμοποιούνται συνήθως στα πλαίσια των representations, warranties και covenants τα οποία περιλαμβάνονται στο SPA. Κατά συνέπεια, ένα SPA μπορεί να περιέχει έναν όρο που επιτρέπει σε ένα μέρος να αρνηθεί να κλείσει μια συμφωνία εάν ο αντισυμβαλλόμενος έχει υποστεί οποιοδήποτε MAE μεταξύ του χρόνου εκτέλεσης του SPA και του κλεισίματος. Το MAE διαπραγματεύεται από τα μέρη και θα πρέπει να διατυπώνεται σαφώς στους ορισμούς του SPA. Το εύρος του ορισμού του ΜΑΕ εξαρτάται από το είδος της συναλλαγής, του κλάδου και της διαπραγματευτικής δύναμης των μερών.

 

Ελληνικός Κώδικας Εταιρικής Διακυβέρνησης
Ελληνικός Κώδικας Εταιρικής Διακυβέρνησης
Read this article


Η σημασία της σύμβασης αγοραπωλησίας

Όπως γίνεται κατανοητό η ορθή σύνταξη της σύμβασης αγοραπωλησίας έχει τεράστια σημασία τόσο για την επιτυχή κατάληξη μια συναλλαγής M&A, όσο και για τις μετέπειτα σχέσεις των αντισυμβαλλομένων μερών, δεδομένου ότι οι διαπραγματεύσεις λαμβάνουν χώρα σε δεδομένη χρονική στιγμή κάτω από ορισμένες συνθήκες και εκτιμήσεις, ενώ η εκτέλεση της συμφωνίας πραγματοποιείται συνήθως σε μετέπειτα χρόνο, όταν οι συνθήκες λειτουργίας της εταιρείας ή της αγοράς μπορεί να έχουν μεταβληθεί. Στις περιπτώσεις όπου η μεταβλητότητα είναι ισχνή, δεν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι αντιδικίας μεταξύ των μερών. Αντίθετα, όταν η χρηματοοικονομική θέση και επίδοση της εταιρείας έχει σημαντικά διαφοροποιηθεί, τότε η μη ύπαρξη δικλείδων ασφαλείας για τους συναλλασσόμενους, μπορεί να οδηγήσει σε μεταξύ τους διαφωνίες, οι οποίες τελικά ενδέχεται να καταστήσουν τη συναλλαγή ατελέσφορη, καταλήγοντας ακόμα και σε νομικές ενέργειες για την υπεράσπιση των εκατέρωθεν συμφερόντων.


Η σημασία της υποστήριξης από εξειδικευμένο σύμβουλο στη προετοιμασία της σύμβασης αγοραπωλησίας

Το ρίσκο, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, καταδεικνύει τη σημασία της ενδελεχούς προετοιμασίας της σύμβασης αγοραπωλησίας από εξειδικευμένο σύμβουλο, ο οποίος θα συντελέσει στον ακριβή ορισμό των περιουσιακών στοιχείων προς μεταβίβαση καθώς και των αντίστοιχων υποχρεώσεων τις οποίες αναλαμβάνει ο αγοραστής για δεδομένο αντίτιμο και γενικότερα των προϋποθέσεων πραγματοποίησης της συναλλαγής, και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το τίμημα μπορεί να μεταβάλλεται. Επιπροσθέτως, ο σύμβουλος θα αναγνωρίσει ενδεχόμενα ρίσκα που μπορεί να προκύψουν από τέτοιας φύσης συναλλαγές και επομένως θα θέσει τις απαραίτητες δικλείδες ασφαλείας για την αποφυγή συμβάντων που μπορεί να καταστήσουν την αγοραπωλησία επαχθή για τον εντολέα του.

Grant Thornton | Insights
Εγγραφείτε στις ενημερώσεις μας